Ειδήσεις από και για το Μεγανήσι
17 Ιουνίου 2019

Γη και Εργασία σε χωριά της ΝΔ Λευκάδας: Συνεργασίες, ανταποδοτικότητες και εκχρηματισμός

Μια εργασία του ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ (Πανιόνιο Συνέδριο, Κύθηρα 2009) –

Η συζήτηση για τις μακρές διαδικασίες μετάβασης και κοινωνικού (του οικονομικού συμπεριλαμβανομένου) μετασχηματισμού, αποτελεί το πεδίο στο οποίο η παρούσα εργασία στοχεύει να συμβάλει. Χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την περιοχή της ΝΔ Λευκάδας (κυρίως τα χωριά Αγ. Πέτρος και Αθάνι)1 συνεξετάζοντας στοιχεία που προέρχονται από πρωτογενή επιτόπια έρευνα ανθρωπολογικού χαρακτήρα, με πληροφορίες που προκύπτουν από την τεκμηριακή ιστοριογραφία. Αυτή η “διεπιστημονική” προσέγγιση -αν ένας τέτοιος χαρακτηρισμός έχει νόημα στις επιστήμες του ανθρώπου- αποτελεί το δεύτερο, έμμεσο αυτή τη φορά, στόχο, συμμετέχοντας με το παράδειγμά της στην επιστημολογική συζήτηση για τη προσέγγιση του παρελθόντος, ως δρώντος στοιχείου του παρόντος, μέσα από τη συνεργασία της Ανθρωπολογίας με την Ιστορία.2

Έτσι, στη συνέχεια, προτάσσεται μια αφήγηση που περιέχει τα “δεδομένα” της ανθρωπολογικής παρατήρησης, τα οποία, ακολούθως, συζητώνται και αναλύονται στο φως των ιστοριογραφικών ερευνών για την περιοχή.

Αφήγηση

Χειμώνας. Το δυνατό θόρυβο της βροχής στον τσίγκο συναγωνίζεται ο καβγάς μέσα στο καφενείο: «Δεν ήτανε ο Παπάγος. Στρατηγός ήτανε, μα δημοκρατικός. Νοιάστηκε ο Παπάγος για τον κοσμάκη. Ο Πλαστήρας ήτανε που κατάργησε τις σεμπριές.» Δυο γέροντες, περί τα ενενήντα, διαπληκτίζονται. Το αμφιθέατρο του καφενείου, γεμάτο από τους υπόλοιπους ηλικιωμένους του χωριού, παρακολουθεί. Όλα άρχισαν από μια συζήτηση για τη μετανάστευση.

Το 60τόσο έφυγα για τη Γερμανία. Έπιασα δουλειά σε εργοστάσιο. Τη δουλειά δεν τηνε φοβόμουνα. Μια φορά, αρρώστησε το παιδί μου κι έπρεπε να κάνει εγχείριση. Πήγα στον Γερμανό επιστάτη και του λέω: το και το. Πρέπει να φύγω. Μου ’δωσε άδεια μια βδομάδα. Ήρθα. Η γυναίκα πήγε με το παιδί. Έπρεπε να τηράξω τα χτήματα, τα ζώα, γύρισα μετά από δυο μήνες. Πήγα στη δουλειά μου. «-Πού πας; μου λέει. -Στο πόστο μου». Γέλασε. «-Δε μπορεί να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει στα εργοστάσια. Αν ήταν έτσι …». Ήξερε, όμως, πως δουλεύω σκληρά. «-Θες να δουλέψεις στα καζάνια; -Δουλειά να ’ναι, λέω και γω». Εκεί στη Γερμανία άμα δούλευες σε εκτιμάγανε. Όχι όπως εδώ, που δουλεύαμε μεροκάματα, μας ξεζουμίζανε, και τα εργαλεία δικά μας. Ένα κομμάτι ψωμί μας δίνανε και μας το παίρνανε πίσω με τις τοκογλυφίες. Δούλεψα δυο χρόνια, μα έπεσε κρίση. Πόσο να μείνεις εκεί χωρίς δουλειά; Γύρισα πίσω. Κάτι λεφτά που μάζεψα ήρθα και τα ’δωσα στον Καλύβα, ν’ αγοράσω κάτι παλιοελιές, το μερδικό από τη σεμπριά. Ο Καλύβας που μ’ είχε σέμπρο, είχε κάμποσα χτήματα –Ήτανε μερικοί εδώ στο χωριό: Αρχόντοι -τσιφλικάδες – Παίρνανε κόσμο για μεροκάματα. Δουλειά από ήλιο σ’ ήλιο. Μεροκάματα κάναμε κι απέναντι στο Ξηρόμερο, ώς τ’ Αγρίνιο. Τα κυνηγάγαμε όπου βρίσκαμε. Πολύ φτώχεια. Δεν είχε χρήμα ο κόσμος. Τα δικά μας χτήματα τα τηράζανε οι γυναίκες. Κι εμείς όποτε μποράγαμε. Ελιές, αμπέλια, σπορές. Κανονίζαμε και δανεικά. Μια στον έναν και μια στον άλλο. Στη σταφίδα πέφταμε πολλοί: Κλάδεμα, σκάψιμο, χώναμε τα κλήματα κι έβλεπες τ’ αμπέλια να γεμίζουν κουρβούλια 3. «Δεμάτι οι βέργες δε τσακίζονται». Κανείς δεν έχανε. Τις μέρες που θα σου δούλευα θα μου δούλευες. Είχα κι ένα άλογο και ημάστανε σέμπροι με το Νικόλα από δω. Είχε κι αυτός ένα κι οργώναμε τις σπορές μας. Κάναμε και μεροκάματο – άμα δεν είχε κάποιος να οργώσει. Πασκίζαμε με τη δουλειά να γένουμε νοικοκύρ’δες, μα έλειπε το χρήμα κι εκεί μας πατούσανε με τις τοκογλυφίες. Γι’αυτό πήγα στη Γερμανία, γι’ αυτό κι αγόρασα το άλλο κομμάτι της Σεμπριάς  μου. Να ησυχάσω μέσα μου. Το ’χε ο πατέρας μου κι πάππος μου πριν από μένα και το ’χαμε ξεπληρώσει με το παραπάνω με τον κόπο μας. Θεός σχωρέσ’ τον Παπάγο που σταμάτησε εκείνη τη σκλαβιά στους τσιφλικάδες. Κι εδώ ξέσπασε ο καβγάς. Μετά κεραστήκανε τσίπουρα, χαλάρωσε το κλίμα. Συνεχίσανε. Δε θα ξεχάσω όταν έχασα τον αδερφό μου. Πιάστηκε σε καβγά μ’ ένανε παλλικαρά. Του ’πε πως του’φαγε το κριάρι του. Κι ήμασταν σίγουροι πως μας είχε κλέψει σταφίδα απ΄τ’αλώνι.4 Ο άλλος κράταγε μαχαίρι απάνω του. Λαβώθηκε ο αδερφός μου. Έπρεπε να τονε πάω στην Πάτρα. Χρήματα δεν υπήρχανε. Έτρεξα στον Μανωλάρα που εμπορευότανε λάδι. Μου ’δωκε 2000 δρχ. και πριν προλάβω να βγω απ΄ το μπακάλικο έστειλε τον παραγιό να πάρει όσο λάδι υπολόγισε για τα λεφτά αυτά, απ’ αυτό πο ’χα για να φάμε. Στο Νοσοκομείο έκατσα ένα μήνα. Δεν τη γλύτωσε. Ήτανε κι ο θέρος… Μα τρέξανε στα δανεικά, και μέχρι να γυρίσω είχανε τελέψει. Κι είχε πάει η γυναίκα σ’ αυτούς. Αμ’ χωρίς γυναίκες τι θα κάνατε πες μας, μπήκε στη συζήτηση η Ελένη που ’χει το καφενείο. Αξημέρωτα στο πόδι, τελευταίες στο στρώμα. Λυπούντανε η μια την άλλη. Βόηθαγε η μια την άλλη. Άναβες, για παράδειγμα, εσύ το φούρνο, ερχόμουνα γω, η άλλη, να φουρνίσουμε ψωμί, και κουλούρια. Και στο λινάρι και στο διασίδι. Άμα θέλαμε να φκιάσουμε μηζύθρα, βάναμε τα γάλατα απ’ τις γίδες μαζί και τα ’παιρνε η μια, έπηζε τυρί και έμενε μόγαλο, μπόλικο για να φκιάσεις μηζύθρα.– Τότενες δεν είχε ψυγεία να το φυλάξεις για να φτουρίσει.— Το ίδιο και για τραχανά. Μετά το γάλα το ’παιρνε όλο η άλλη, κι άλλη… Δανεικά. Άλλες φορές μετράγανε μέρες, άλλες χαρανιά. Τραβάγαμε χαράκια σε κλαριά να μη χάνουμε λογαριασμό. Δεν ήτανε βέβαια όλα ρόδινα. Είχε και μερικές … δε σ’ αφήνανε να χαρείς. Σε πιάνανε στο στόμα τους. Κι άλλα… Κλέφτανε κιόλα. Μια φορά είχα φκιάσει σαλαμούρα κι είχα κρεμασμένο το σκπούλι 5σ’ ένα δέντρο όξω απ την αυλή. Όσομε να πάω στα ζωντανά, έγινε άφαντο. Ήξερα ποια το κανε. Την είδα που πέρναγε. Είχε παντρευτεί παπά, ένανε μακρινό ξάδερφο του αντρός μου. Το λέω του κύρη μου. -Ξέχασέ το, μου είπε, γύρισε κι έφυγε. Ήτανε και πολύ φτωχιά αυτήνη. Τη χτυπούσε κι ο άντρας της. Μια μέρα έρχεται δίπλα, στην Ουρανία πο ’χε κάψει το φούρνο, με μαυρισμένα μούτρα και δεμένο το χέρι. Της το ’χε σπασμένο ο παπάς. Με τη μασιά απ΄το τζάκι. Αλλά έτσι ήτανε κείνα τα χρόνια: σκληροί οι άντρες. Χτυπούσανε. Εγώ είχα καλόνε άντρα, μα τον έχασα νωρίς. Το «εσύ» δεν το άκουσα απ’ το στόμα του. Θυμάμαι μια φορά, πέραγα απ’ το καφενείο γυρνώντας απ’ τη βρύση. -Ελένη, φώναξε. -Υπάρχει και το «μωρή», του ρίχνει μπηχτή από δίπλα ένας, ο παππούς της Γιάννας. Κι έμεινα σαράντα χρονώ χήρα με δυο παιδιά. Με τις ελιές και με τους κήπους τ’ ανάστησα, τα σπούδασα. Είχα δυο ώρες άδειες; Στον κάμπο η Ελένη. Να διαλέξω μια ποδιά ελιές. Κι όταν κατέβαινε εκειός ο κόσμος στον κάμπο, κατεβαίναμε κι εμείς. Κι είχα τη σταφίδα απ’ την άλλη, άγχος να φκιάσεις τ’ αλώνι, να τη γυρίσεις να μη μουχλιάσει. Το βράδυ, απίκο, μη τηνε κλέψουν.-

Τι ξέρετε σεις από δουλειά, την έκοψε ο μπαρμπα Αντώνης απ’ τ’ Αθάνι, με τον κάμπο και τα ποτάμια! Για ρώτα και μας. Στους γκρεμούς, χωρίς στάλα νερό. Κι όμως, τι αμπέλια είχαμε τότενες! Μες στην πέτρα. Αλλά σαν έφτανε η ώρα, απ’ το λιμάνι της Βασιλικής έβλεπες να κατεβαίνουν απ’ το βουνό, αδιάκοπη γραμμή τα φορτωμένα ζώα. Ασκιά με κρασί, όσο να πιάσει το μάτι σου. Το πρώτο είχε φτάσει στον έμπορα, εκεί που μετά έγινε το κτίριο του συνεταιρισμού, και το τελευταίο δεν είχε περάσει απ’ την κορφή. Στον γυρισμό, γεμίζαμε τ’ ασκιά με νερό, και πίσω στο χωριό για λάτρα και για το λαγκερό. Όμορφο να το βλέπεις το καραβάνι τούτο, δύσκολα όλα τ’ άλλα. Θυμάμαι απ’ τον πατέρα μου και τον παππού μου που μου ’λεγαν για μια εποχή που τα κρασιά μένανε απούλητα…. Οι σπορές και τ’ άλλα λιγοστά. Εμείς, είχαμε και κάτι σπορές απ΄ αυτή τη μεριά του βουνού, κτήματα του Άη Νικόλα της Νιράς. Μόνο που τα μερδικά τα πέρνανε κάποιοι που ’χανε κάνει ιδιωτικό το μοναστήρι. Πετρότοπος – πετρότοπος αλλά είχαμε και μεις τους ψευτοτσιφλικάδες. Κι άλλες φορές περάσαμε φτώχειες. Και στην κατοχή και στον εμφύλιο. Πάντα όμως το χρήμα σπάνιο. Ήτανε φορές που για να βρούμε λεφτά για μιαν ανάγκη, πουλούσαμε στον χασάπη ακόμα και τα δυο αρνάκια της χρονιάς πο ’χαμε για το σπίτι. Φορές πουλήσαμε όλο το λάδι και πήραμε δανεικό απ’ το λιοτρίβι, με τη συφωνία να το πάρει ο λιουτριβιάρης την άλλη φορά και με τόκο. Δύσκολα τα χρόνια. Μα ο κόσμος είχε αγάπη. Κάνανε και γλέντια. Ζουρνάδες, κρασί, οι πόρτες ανοιχτές. Μια στον ένα, μια στον άλλο. Κι όταν ήταν κάποιος να φκιάσει σπίτι, έβγαινε παρακαλιά και μαζευότανε όλο το χωριό, να κουβαλήσουνε χώμα με τα ζώα για τη λάσπη, και με τα χέρια τα ξύλα. Τώρα πια ο καθένας στο καβούκι του. Πάνε πάνω από σαράντα χρόνια από την τελευταία παρακαλιά.

Η αφήγηση που προηγήθηκε είναι μία συρραφή αποσπασμάτων δομημένων συνεντεύξεων και ελεύθερων συζητήσεων με ηλικιωμένους κατοίκους του Αγίου Πέτρου και του Αθανιού Λευκάδας, που πραγματοποιήθηκαν μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια. Κινείται, μέσα από την επιλογή και τη σύνθεση του πρωτογενούς υλικού, σε μιαν ερμηνευτικά προσανατολισμένη θέση: να αναδείξει στιγμιότυπα της σχέσης μεταξύ δομών και δράσεων καθώς συναντώνται και διαπλέκονται μέσα στην πράξη της καθημερινότητας. Σ’ αυτή την διαλεκτική σχέση, καθώς και στη συμμετοχή της στη διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού συνίσταται το ενδιαφέρον της παρούσας προσέγγισης για τις σημασίες της γης, της εργασίας και τη σχετική ένταση και έκταση των πρακτικών συνεργασίας και αλληλοβοήθειας οι οποίες, κατηγορικά, δε διαφέρουν από τις ήδη γνωστές του ελλαδικού χώρου 6.

Διαχωρισμοί

Ένα από τα πρώτα εμφανή στοιχεία της αφήγησης είναι η διάκριση σε δύο ορίζοντες πρακτικών ως προς την πρωτογενή παραγωγή: αυτόν που στοχεύει σε αυτοκαταναλούμενα αγαθά , και εκείνον που οδηγεί σε εμπορευματοποιημένα προϊόντα. Ο διαχωρισμός αυτός, στη φάση οργάνωσης της παραγωγής, είναι σαφής και συνειδητός, γι’ αυτό και στην αφήγηση εμφαίνεται σαν άσχημη τροπή η περίσταση κατά την οποία η ανάγκη για χρήματα γίνεται επιτακτική και μέρος από τα προς αυτοκατανάλωση προϊόντα (λάδι / αρνιά στο παράδειγμά μας) ‘μεταφέρονται’ αναγκαστικά στην άλλη κατηγορία, των εμπορευματοποιημένων, δηλαδή, προϊόντων. Άλλος σαφής διαχωρισμός που εμφανίζεται είναι ο προσανατολισμός των ανδρών, κατά προτεραιότητα, στην εκχρηματισμένη –εκτός οικογένειας- εργασία και των γυναικών στη μη εκχρηματισμένη παραγωγή, κυρίως στοχεύοντας στην αυτοκατανάλωση, η οποία, πολλές φορές, γίνεται αποκλειστική ευθύνη τους7. Σ’ αυτό το πλαίσιο των διαχωρισμών, η εργασία αποκτά τη σημασία της στο τρίπτυχο:

  1. αλληλοβοήθεια / υποχρέωση
  2. αγροληπτικές σχέσεις που περιλαμβάνουν εξωοικονομικούς καταναγκασμούς
  3. μέσω των οποίων, όπως θα δούμε παρακάτω, εκχρηματίζονται (δανεισμός και υποχρέωση)
  4. αγροτικό ημερομίσθιο σε χρήμα.

Μέσα από την αφήγηση, αναδύονται τρία βασικά χαρακτηριστικά των σχέσεων που αναπτύσσονται εντός του πλαισίου των πρακτικών της αλληλοβοήθειας. Πρώτον, το χρήμα απουσιάζει, ανεξάρτητα από το εάν η αλληλοβοήθεια πραγματοποιείται στον εμπορευματοποιημένο, ή στον προς αυτοκατανάλωση τομέα της παραγωγής. Έτσι, μία μη εκχρηματισμένη σχέση υφίσταται και διατηρείται, ακόμη και αν το υλικό αποτέλεσμά της στοχεύει στο χρήμα . Δεύτερον, εντός των πρακτικών της αλληλοβοήθειας, δίνεται έμφαση στην έννοια του ‘δανεικού’, από την οποία πηγάζει η αναγκαιότητα της καταγραφής του στα γεωργικά ημερολόγια 8,ή με τα χαράκια στις περιπτώσεις συνεργασίας γυναικών για τα γαλακτοκομικά. Τρίτον, η αλληλοβοήθεια λειτουργεί ως ασφαλιστικός μηχανισμός σε οικογενειακές κρίσεις, καλύπτοντας την ανάγκη σε εργασία που προκύπτει απόαρρώστεια ή θάνατο, ή άλλη αιτία. Όπως είδαμε στο παράδειγμα της αφήγησης με τις κλοπές και το μαχαίρωμα, μια οικογενειακή κρίση μπορεί να προκύψει ως συνέπεια των σχέσεων και των πρακτικών στον ορίζοντα της αρνητικής ανταποδοτικότητας.9

Οι πράξεις αυτές, εμμέσως, οδηγούν στην αναγκαστική αναζήτηση χρήματος (για το ταξείδι και το νοσοκομείο στο παράδειγμα), και έτσι στον αναγκαστικό δανεισμό και τον εκχρηματισμό των προς αυτοκατανάλωση αγαθών (λάδι στο παράδειγμα). Ταυτόχρονα, όμως, κινητοποιούν τις μη εκχρηματισμένες σχέσεις και πρακτικές της αλληλοβοήθειας. Η σημασία αυτών των παρατηρήσεων έγκειται στο ότι οι ιστορίες που παρουσιάζονται στην αφήγηση εικονογραφούν τις διαδικασίες, κατά τις οποίες,

μη εκχρηματισμένες  σχέσεις ανταποδοτικότητας, που εδράζονται στις παραδοσιακές κοινωνικές δομές, λειτουργούν ως αιτίες, αλλά και λύσεις, καταστάσεων όπου οι σύγχρονες δομές γεννούν εκχρηματισμένες αναγκαιότητες.Βλέπουμε, δηλαδή, ζωντανά τη δυναμική διαπλοκή που προκύπτει μεταξύ παραδοσιακών και ‘σύγχρονων’ δομών όπου η επιβίωση των παραδοσιακών σχέσεων αποτελείουσιώδη ανάγκη για την επιβίωση κοινωνικών ομάδων. Τις δύο άλλες πτυχές της εργασίας, δηλαδή αυτήν στα πλαίσια των αγροληψιών και την μισθωτή εργασία (μεροκάματα), πρέπει να τις αναζητήσουμε με αναφορά σε δύο βασικά στοιχεία της κοινωνικής συνάφειάς τους και της γενεαλογίας τους στον ιστορικό χρόνο, δηλαδή τη γαιοκτησία και τις διαδικασίες εκχρηματισμού, που εξετάζουμε στη συνέχεια.

Γαιοκτητικές σχέσεις, αγροληψία και εργασία στη γη

Μπορεί να χαρακτηριστεί η αγροληψία, στην οποία αναφέρονται οι πληροφορητές, ως επιβίωση της φεουδαρχίας; Με αυστηρούς, επιστημονικά, όρους δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αναφορά στο φεουδαλισμό στη συγκεκριμένη ιστορική συνάφεια. Η ποικιλία των αγροληψιών10 έχει πια πολύ διαφορετικούς κανόνες, και διαφορετικό είναι το περιεχόμενο της συμμετοχής του αγρολήπτη. Ωστόσο, δύο είναι τα στοιχεία που δένουν το σύνολο της συγκυρίας στην περίπτωσή μας με το φεουδαλικό παρελθόν και δη το ενετικό:

1.      Ο δεσμός της καλλιέργειας με τον κεντρικό σχεδιασμό (λάδι, κρασί, σταφίδα).

Στην ιστορική του πορεία αυτό το στοιχείο μεταλλάσσεται και λειτουργεί, σε τρία, κυρίως, επίπεδα, προς την κατεύθυνση του εκχρηματισμού. Πρώτα, στη σχέση εμπορευματοποιημένης παραγωγής και μεγάλης, σχετικά, γαιοκτησίας. Σχετικό αρχειακό υλικό υποδεικνύει ότι οι εξαγωγές της ενετικής περιόδου προέρχονται από τους μεγαλοκτηματίες11. Έπειτα, αλληλένδετα με την εμπορευματοποίηση της παραγωγής, στέκει η φορολόγησή της σε χρήμα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι αυτός ο εξαναγκασμός δεν περιορίζεται στις εμπορευματοποιημένες παραγωγές, αλλά εισάγει την ανάγκη του χρήματος και στον τομέα της αυτοκατανάλωσης: Στη Λευκάδα, για παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε τον συνεχώς χρηματικό χαρακτήρα της φορολόγησης των ζώων και των κυψελών, από την περίοδο της τουρκοκρατίας, στην ενετοκρατία.12 Ακόμη, στις περιοχές που μας απασχολούν, έχει δειχθεί ότι, ήδη από την Ενετοκρατία, η φορολόγηση του κρασιού ήταν εκχρηματισμένη.13

Τρίτος έρχεται ο ρόλος των αγροληψιών σαν πηγή αλλά και ασφάλιση χρηματικού κεφαλαίου το οποίο κατευθύνεται προς, ή προέρχεται από, εμποροβιοτεχνικο-ναυτιλιακές δραστηριότητες. Κάτι που, όμως, έχει επισημανθεί κυρίως για την περιφέρεια της Αμαξικής14.

2.    Η θέση της αγροληπτικής σχέσης στη συλλογική ιδεολογία, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την αναφορά στο οικογενειακό και κοινοτικό παρελθόν στην αφήγηση του κάθε παρελθόντος των σημερινών μελών της κοινότητας∙ οι γαίες, όπου οι πληροφορητές ήταν αγρολήπτες, ταυτίζονται με τσιφλίκια, οι αγροδότες με αφεντάδες, οι οποίοι πολλές φορές είναι ταυτόχρονα και σκληροί εργοδότες για μεροκάματα, δανειστές και τοκογλύφοι. Είναι σαφές ότι «οι τσιφλικάδες», στους οποίους αναφέρονται οι πληροφορητές, μικρή σχέση έχουν με μεγαλοκτηματίες, όπως της Θεσσαλίας. Ωστόσο, η σηματοδότηση τους με το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό, εκφράζει τη σχετική κοινωνικο-οικονομική ισχύ τους στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, αλλά και εκφέρει το χαρακτήρα της γαιοκτησίας στην περιοχή ως προϊόν διαφόρων φάσεων φεουδαλικών σχέσεων, στην εξελικτική γραμμή που ορίζουν οι διαδοχικές κατακτήσεις:

Οι περισσότερες οθωμανικές γαίες, με τη βενετική κατάκτηση, μοιράζονται ως φέουδα. Κάποιες μένουν δημόσιες, μέσα, όμως, από διάφορες διαδικασίες (όπως απόκρυψη γαιών και κατάδοσή τους στις αρχές, πατρωνεία σε μοναστήρια) στην περιοχή της Ν. Λευκάδας, καταλήγουν, στην πράξη ,μέρος του πεδίου εκμεταλλευτικών αγροληπτικών σχέσεων με τους καλλιεργητές15. Αυτό το πλαίσιο αποτελεί τη γενεαλογική κοιτίδα των διηνεκών εμφυτευτικών σεμπριών του 20ού αι., στις οποίες αναφέρονται οι πληροφορητές, και οι οποίες σημασιοδοτήθηκαν ως σχέσεις καταπίεσης από τη μεριά των αγροδοτών. Σ’ αυτές τις γενικευτικές αναπαραστάσεις υφέρπει η συνείδηση ιδιοκτήτη που αναπτύχθηκε στα χρόνια διαιώνισης της σεμπριάς (της διηνεκούς), υπερβαίνοντας το σύμφυτο -στην συγκεκριμένη κατηγορία αγροληψίας- στοιχείο της συγκυριότητας, συνείδηση η οποία υπογραμμίζεται στην αφήγηση με την επένδυση των χρημάτων από τη Γερμανία στην αγορά του μεριδίου του αγροδότη.16 Αυτή η νοοτροπική διάσταση οδηγεί στον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ αγροδότη και αγρολήπτη, με υλική ή και συμβολική αναφορά. Έτσι, ο όρος σέμπρος  χρησιμοποιείται στη ρητορική της κοινωνικής κριτικής και αντιπαράθεσης ως συνώνυμο του καταπιεσμένου, του ανελεύθερου, του δουλοπάροικου17. Οι σχέσεις εξουσίας που γεννώνται στο παραπάνω πλαίσιο, δρούν και προς την κατεύθυνση του εκχρηματισμού, μέσα από μία αλυσίδα καταναγκασμών. Δια της νομικής διαχείρισης των όρων αγροληψίας, αρχίζουν οι λεγόμενες χαρτωσές, ο καλλιεργητής οδηγείται σε υπερχρέωση και δια της τοκογλυφίας στην απώλεια γης (καθολικής ιδιοκτησίας ή μεριδίου). Κατά συνέπεια οξύνεται η ανάγκη αναζήτησης χρήματος μέσα από το μεροκάματο. Το πέρασμα στην Ήπειρο και στην Αιτωλοακαρνανία για μεροκάματα σε εποχιακές γεωργικές εργασίες αποτελεί μία από τις συνέχειες του χώρου, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αι. 18. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούν να νοηθούν και τα μεταναστευτικά κύματα στις αρχές του 20ού για Αμερική και Αυστραλία, με την προσθήκη της Γερμανίας στη δεκαετία του 6019. Σ’ αυτή, λοιπόν, τη συνάφεια, η ρύθμιση που έγινε το 1954 για τη διάλυση των «εισέτι υφισταμένων αγροληψιών και εξαγορά κοινής κυριότητος εμφυτευτικών κτημάτων»20, έχει εγγραφεί στη συλλογική μνήμη των κοινοτήτων των χωριών, ως η λύτρωσή τους από την καταπίεση των τσιφλικάδων. Γι’ αυτό και ο καβγάς στο καφενείο για το ποιός πολιτικός χώρος έκανε αυτό το καλό. Στα παραπάνω, διακρίνεται ο κεντρικός ρόλος του εκχρηματισμού, ως οδού μετασχηματισμού, ανάμεσα στις διαδικασίες μετάβασης.

Συνοψίζοντας τα βασικά χαρακτηριστικά των διαδικασιών εκχρηματισμού παρατηρούμε ότι ο αναγκαστικός εκχρηματισμός δια της φορολόγησης21,η αναζήτηση ρευστού για έκτακτες ανάγκες και η εμπορευματοποίηση της παραγωγής, ο δανεισμός και η τοκογλυφία, οι κατασχέσεις και η συγκέντρωση γαιοκτησίας, συμπλέκονται σε έναν κύκλο ο οποίος ενισχύει τις χρηματικές εξαρτήσεις, τη μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας με προκαθορισμένο στόχο την αυτοκατανάλωση22, την αναζήτηση μισθωτής εργασίας, ακριβώς όπως αναδύεται από την αφήγηση που προηγήθηκε. Στη Λευκάδα, τέτοιοι μηχανισμοί, τους οποίους παρατηρήσαμε κατά τον20ο αι., έχουν επισημανθεί ήδη από την περίοδο της Ενετοκρατίας23.

Μη εκχρηματισμένες σχέσεις ανταποδοτικότητας

Μετά από την αναφορά στη γενεαλογία των εκχρηματισμένων σχέσεων εργασίας επί του πεδίου της γαιοκτησίας, είναι αναγκαίος συσχετισμός με τις μη εκχρηματισμένες σχέσεις ανταποδοτικότητας.

Ο όρος σέμπρος  που χρησιμοποιείται σε δυο διαφορετικά πλαίσια (αλληλοβοήθεια και κολληγιά) παραπέμπει πιθανότατα – πέραν της λεκτικής αναφοράς στη μακρά διάρκεια, το διηνεκές – σε ένα κοινό υπόστρωμα  ανταποδοτικότητας   και όχι εγχρήματης συνεργασίας24. Ωστόσο, στα δύο παραπάνω πλαίσια, οι ανταποδοτικότητες είναι τελείως διαφορετικές, όπως και το αξιακό πεδίο των εξαναγκασμών: από τη μια έχουμε σχέσεις άγραφης υποχρέωσης και τιμής και από την άλλη θεσμικά κατοχυρωμένες δεσμεύσεις νομικού χαρακτήρα.

Δεύτερο στοιχείο κοινής αναφοράς είναι η εμπλοκή της έννοιας του  δανείου  και του χρέους, καθώς και η, με κάποιο τρόπο, καταγραφή τους (τα χαράκια για το γάλα ή τα ημερολόγια από τη μια, τα συμβόλαια και τα αμανατοχάρτια από την άλλη). Στην περίπτωση των αγροληψιών είδαμε ότι το χρέος και το δάνειο οδηγούν σε διαδικασίες αναγκαστικού εκχρηματισμού. Στις σχέσεις αλληλοβοήθειας, η αξιολόγηση του χρέους και της προσφοράς υπερβαίνει την καταμέτρηση ποσοτήτων και συνυπολογίζει ανταποδοτικότητες και υποχρεώσεις, πάντα εκτός του χρηματικού τομέα. Αυτές είναι αδύνατο να αναπαρασταθούν και κινούνται εκεί που συναντάται η διαπροσωπική σχέση με τους κανόνες και τα στερεότυπα της κοινότητας, συναπαρτίζοντας το κοινωνικό πρόσωπο του καθενός, αξιολογικά στοιχεία του οποίου είναι οι κοπιωδώς διαπραγματεύσιμες έννοιες της τιμής, του ονόματος, και της σχετικής ισχύος στο ενδοκοινοτικό αξιακό χάρτη. Για παράδειγμα, μέσα από την αφήγηση γίνονται αισθητές κάποιες ιδιότητες του οικισμένου χώρου σε σχέση με τις συνεργασίες και τις αντιπαλότητες στην περίπτωση του Αγίου Πέτρου (κλοπές μεταξύ γυναικών, μεταξύ ανδρών, μαχαίρωμα): Η οικιστική δομή του χωριού παρουσιάζει σαφή τα μορφώματα των οικογενειοκεντρικών συστάδων–γειτονιών αλλά και έναν πυρηνικό χαρακτήρα με την πλατεία και τον κεντρικό δρόμο με την αγορά και τα καφενεία. Σ’ αυτό το σχήμα, η οικογενειοκεντρική γειτονιά εσωκλείει τις δικές της σχέσεις ανταποδοτικότητας (θετικής και αρνητικής), με τον ίδιο τρόπο που το χωριό ως όλο εσωκλείει τις αντίστοιχες25. Στην πρώτη συνάφεια δρώσες οι γυναίκες, στη δεύτερη δρώντες οι άντρες.26 Οι οικογενειακοί πυρήνες είναι πατρογονικοί, οι δράσεις μητροκεντρικές. Ωστόσο, αυτές οι στερεοτυπικές διατυπώσεις είναι περισσότερο δρώμενα σε μια διελκυστίνδα ισορροπιών και ανταγωνισμών, που τις διαπερνούν και τις συνθέτουν σε ένα δράμα με άγνωστη έκβαση, μα με στιβαρή δομή. Δομικά στοιχεία: η τιμή που τιμή δεν έχει και εκείνη που κοστολογείται. Το σκληρό στημόνι του ονόματος, της τιμής και της ντροπής, της στρατηγικής του ανταγωνισμού και το υφάδι του εκχρηματισμού.

Παράλληλα, τα δύο διαφορετικά είδη καταγραφών του χρέους, που επισημάνθηκαν παραπάνω, καταδεικνύουν δύο διαφορετικούς δρόμους θεσμοποίησης. Ο ένας ριζώνεται στις παραδοσιακές δομές και ο άλλος μεταβαίνει στο δομικό χώρο που πηγάζει από κάποια μορφή κεντρικής πολιτικής εξουσίας (νομικός και δικαστικός χαρακτήρας). Τα ζεύγη, λοιπόν, διαφορετικών όψεων ομοίων κατηγορικά εννοιών, λειτουργούν ως ζώνη προστασίας, όπου οι ραγδαίες μεταβολές που έρχονται από το δρόμο του αναγκαστικού εκχρηματισμού, με τους μηχανισμούς που είδαμε προηγούμενα, δεν ανατρέπουν άμεσα την οικιακή οικονομία ούτε τις αξιακές σχέσεις, αλλά μπαίνουν σε μια, αλήθεια, , αλλά –οπωσδήποτε- διαπραγμάτευση, στην καθημερινότητα.

Μετασχηματισμός: η γενικότητα

Οι διάφορες αναγκαιότητες, στον κοινό τόπο που δημιουργούν, διασταυρώνοντας τους παραδοσιακούς κοινωνικούς δεσμούς με διαστάσεις που προσανατολίζονται προς στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής (κίνηση χρήματος, κέρδος, κεφάλαιο, ασφάλεια) απεικονίζονται, με τη δραματικότητα μίας θεατρικής παράστασης, στα 1870 στα εισαγωγικά κείμενα του Γ. Καβαδία στο «Μέγα Καταστατικό» του Συνεταιρισμού της Συγκομιδής: Παραινέσεις τόσο στους φτωχούς αγρότες όσο και στους «πλούσιους» κεφαλαιούχους. Παροιμίες, ποιήματα και παραβολές με επίκεντρο την αλληλοβοήθεια, την ασφάλεια στις δυσκολίες, συμπλέκονται με συνεχείς αναφορές στο χριστιανισμό, στο κεφάλαιο, στο χρήμα και στην ανάγκη κυκλοφορίας του, και στην επίτευξη του στόχου που είναι κέρδος και αύξηση του κεφαλαίου για πλούσιους και φτωχούς.27

Το παράδειγμα αυτό αποτελεί προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας τοπολογίας στη συλλογική ιδεολογία ή αλλιώς νοοτροπία, με τη διασταύρωση διαφορετικής προέλευσης αξιών. Η προσπάθεια αυτή δεν προκύπτει από παρθενογέννεση, αλλά έρχεται να δώσει ‘σύγχρονη’ μορφή στο σύμπλεγμα παλαιού και νέου, χρήματος και μη εκχρηματισμένων κοινωνικών πρακτικών που είδαμε να αναδύονται μέσα από την αρχική αφήγηση-παράδειγμα, και στη συνέχεια στην ανάλυσή τους. Τόσο η ασφαλιστική λειτουργία της παραδοσιακής αλληλοβοήθειας, όσο και τα ζεύγη διαφορετικών όψεων (=σημασιών) ομοίων κατηγορικά εννοιών, όπως στα παραδείγματα των «δανεικών» και της «σεμπριάς» που συζητήθηκαν πιο πάνω, εμφανίζονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μέσα στη ρητορική του εισαγωγικού κειμένου του Καβαδία. Το κείμενο αυτό στέκεται, έτσι, ακριβώς πάνω στο ερμηνευτικό ζήτημα της διαδικασίας εκσυγχρονισμού, των αντιστάσεων σ’αυτόν28 και της έννοιας της μετάβασης (στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για τη μετάβαση προς το Ελληνικό Κράτος).

Η μερικότητα της περίπτωσης στο συνολικό σχήμα του μετασχηματισμού

Υπάρχει κάποια ιδιαιτερότητα του μετασχηματισμού στην περίπτωση των συγκεκριμένων χωριών της Λευκάδας;

Το περιεχόμενο της προαναφερθείσας διαπραγμάτευσης στην καθημερινότητα προσδίδει βαθμούς ελευθερίας στη διαδικασία μετασχηματισμού. Αυτή, με τη σειρά της, έλκει χαρακτηριστικά της από την ιστορική διαδρομή των σχέσεων παραγωγής29

και ιδιοκτησίας γης στην τοπική ιστορία, όπως περιγράφηκε πιο πάνω30-και σ’ αυτό το σημείο εντοπίζεται η ιδιαιτερότητα των κοινοτήτων των χωριών που συζητούνται εδώ. Μέρος της διαπραγμάτευσης αποτελεί η τοποθέτηση του αξιολογικού περιεχομένου του διπτύχου εργασία – γη  πάνω στη γραμμή ενός συνεχούς: από μία

δισυπόστατη έννοια προς ένα ζεύγος  που όλο και περισσότερο διαφοροποιείται αντιληπτικά -μέσα από τα μεροκάματα, για παράδειγμα. Οι συντεταγμένες αυτής της τοποθέτησης -το πού τοποθετείται, δηλαδή, η σχέση των εννοιών πάνω στο συνεχές- αποτελούν έναν από τους δείκτες για την κατανόηση της μακράς διαδικασίας μετασχηματισμού. Οι περίοδοι κρίσης είναι διαφωτιστικές. Τα δύσκολα χρόνια, όπως οι οινικές κρίσεις31 ή οι πόλεμοι και πιο πολύ η κατοχή και ο εμφύλιος, εκφέρονται στις αναπαραστάσεις [των πληροφορητών] των πρακτικών της παραγωγικής διαδικασίας και των κοινωνικών σχέσεων και δεσμών που σχετίζονται με αυτήν, ως

παρενθέσεις. Εκεί, αυτό που εκλαμβάνεται ως η αντιπροσωπευτική αναπαράσταση της καθημερινότητας ή του ετήσιου κύκλου, και πολλές φορές αντιστοιχεί στις παραδοσιακές δομές και σχέσεις, θεωρείται ότι, αν και εμποδίζεται να εκφραστεί κανονικά και παρά τις αναγκαστικές προσαρμογές, δε χάνεται, αλλά, βγαίνοντας από τις κρίσεις, ανακάμπτει. Αυτή η επαναβεβαίωση, μέσα στην ασφαλή αγκαλιά των παραδοσιακών κοινωνικών δεσμών, μπορεί να αντιστοιχισθεί με αυτό που συχνά αποκαλείται «αντιστάσεις στον εκσυγρονισμό»32. Πρόκειται, όμως πράγματι για μια αντίσταση, με την έννοια της οχύρωσης ενάντια στις αλλαγές, ή πρόκειται για μια επαναδιαπραγμάτευση στη διαλεκτική συνάντηση στο πεδίο των πρακτικών της καθημερινότητας των «παραδοσιακών» δομών και σχέσεων με αυτές που εντάσσονται στο κράτος ή οικονομικούς θεσμούς του καπιταλισμού και της περιφέρειάς του;33

Η εικόνα των χωριών είναι αυτή του μετέωρου βήματος του μετασχηματισμού, ή, αν το δούμε από την οπτική του Στάθη Δαμιανάκου, της διαλεκτικής συνδιαμόρφωσης : Οι νέες δομές προκύπτουν με τη μορφή ανοιχτών διαύλων με την βιούμενη ιστορία των κοινοτήτων. Όπως ακριβώς στο παράδειγμα του Αγιοπετρίτη εργάτη στη γερμανική βιομηχανία της αφήγησης, ο χώρος του χωριού διαστέλλεται συμβολικά αλλά και ιδεολογικά για να ενσωματώσει την ξενιτειά, να τη μετατρέψει στην ‘αυλή’ του, όπου η αναγκαιότητα της προσαρμογής διαλέγεται με το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας της εργασίας, ως δικαίωσης του αξιακού συστήματος μιας κλειστής κοινότητας, έτσι το αξιακό δίπτυχο εργασίαχρήμα ισορροπεί αντιστεκόμενο, τόσο στον καπιταλιστικό μετασχηματισμό, όσο και στην κυριαρχία των αξιών εργασία – γη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η διαλεκτική -και άρα ο χαρακτήρας – της μετάβασης εκφράζεται σε μια κίνηση από  και προς  τα «δύο μέρη». Κι εκεί αναρωτιέται ο πληροφορητής για το αν άξιζε η Γερμανία ως αντίτιμο για την εξαγορά του κομματιού γής, του υπολείμματος της εμφυτευτικής του υποτέλειας.

Ανθρωπολογία – Ιστορία

Η ανθρωπολογική πληροφορία είναι σαφώς υποκειμενική. Το αξιολογικό φορτίο των προφορικών αναπαραστάσεων στη συνάφεια της ‘θεατρικής παράστασης’ του καφενείου, αναπροσδιορίζεται, κατ’ αρχήν, διαρκώς, μέσα από τη διαπραγμάτευση των ρόλων που οι πληροφορητές αλλά και ο ερωτών αναλαμβάνουν. Αυτή η υποκειμενικότητα δεν αντιπαρατίθεται, εδώ, στην ‘αντικειμενικότητα’, ή την ‘αξιοπιστία’ που προσφέρει η τεκμηριακή ιστοριογραφία. Ούτε αναζητήθηκε η πιστοποίηση της ‘αλήθειας’ των λεγομένων των πληροφορητών. Η διασταύρωση και η συνεξέταση των ιστορικών και ανθρωπολογικών ‘δεδομένων’ είναι ένας διάλογος που επιτρέπει να ανοίξουμε ένα παράθυρο προς τα εκεί όπου μπορούμε να εντοπίσουμε -χωρίς ίσως να μπορούμε να περιγράψουμε πλήρως και συνολικά- τον χώρο, που η καθημερινότητα διασταυρώνεται, αλλά και συμμετέχει, στις βραδύσυρτες διαδικασίες δομικών κοινωνικών αλλαγών.

Τα βιώματα, αλλά και οι αναπαραστάσεις τους καθεαυτές, ανθρώπων των οποίων η οπτική για γεγονότα και καταστάσεις σπανιότατα θα βρεθεί ως μέρος γραπτών τεκμηρίων, μας δίνουν την ευκαιρία, να κοιτάξουμε προς τη γένεση της διαλεκτικής αυτής. Εκεί, όπου οι δρώντες άνθρωποι ‘αντιμετωπίζουν’ τις απρόσωπες δομές και, προσδιορίζουν, έτσι, τα μονοπάτια μέσα από τα οποία θα κινηθούν μέσα στη δίνη της Ιστορίας, δίνοντας σχήμα στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο συμμετέχει ο τόπος τους στο ιστορικό γίγνεσθαι. Κι η πορεία προς αυτή τη θεώρηση, ξεκινάει από το πεδίο όπου η παρατήρηση «της τοπικής ιστορίας [βρίσκεται] σε θετική σύμπτωση με την πρόσβαση της ανθρωπολογίας»34: το νησί, το χωριό και τις μικρές συλλογικότητες. Στη συνεύρεση αυτοβιογραφικής μνήμης, συλλογικής μνήμης, και γραπτών τεκμηρίων.

 

ΠΗΓΗ: Ανδρέας Καπετάνιος, «Γη και Εργασία σε χωριά της ΝΔ Λευκάδας: Συνεργασίες, ανταποδοτικότητες και εκχρηματισμός», σε Πρακτικά Η΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, Κύθηρα 2009, τομ. ΙΙα, 174-193 στο http://www.academia.edu [27/12/2012]

 

Αναφορές

1 Ευχαριστώ τη Λίντα Παπαγαλάνη – Καλαφάτη για τις βιβλιογραφικές και άλλες υποδείξεις της και κυρίως για το ότι μοιράστηκε μαζί μου τη βαθειά γνώση-της της Αγιοπετρίτικης κοινωνίας. Επίσης, αυτή η εργασία οφείλει πολλά στις συζητήσεις με το Θανάση Καλαφάτη, την Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, και κυρίως με το Σπύρο Ασδραχά. Για τις αδυναμίες της παραμένω αποκλειστικά υπεύθυνος.

2 Στο στίγμα που προσδιόρισαν, δέκα χρόνια πριν, με συγκεκριμένη αναφορά στην τοπική ιστορία και στη Λευκάδα, οι Σπύρος Ασδραχάς, Maurice Godelier και Βασίλης Παναγιωτόπουλος δίνοντας τις θεωρητικές και μεθοδολογικές συντεταγμένες της συνεύρεσης ιστορίας και ανθρωπολογίας, στην πορεία από την τοπική ιστορία στη συνολική (Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Από τους ορίζοντες της τοπικής ιστορίας», στα: Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1996, σ.433-437, Maurice Godelier, «Anthropologie sociale et histoire locale», στα: Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1996, σ. 439-456, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Γενικό και μερικό. Οι διαφορετικές ιστορικές τύχες», στα: Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1996, σ. 457-460.

3 Κουρβουλιά ως τοπωνύμιο αναφέρεται από το 1626 στη διαθήκη του Παπα-Συμεών Κονιδάρη, Π. Γ. Ροντογιάννης, Ιστορία της Νήσου Λευκάδος , τ. Α, Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1980, σ. 437-440. Η εργασία στο αμπέλι με το κλάδεμα και το χώσιμο με χώμα του κλήματος (κουρβούλια) γινόταν με αλληλοβοήθεια.

4 Τα αλώνια της σταφίδας δεν έχουν σχέση άλλη – εκτός από το όνομα – με τα αλώνια των δημητριακών και των οσπρίων. Πρόκειται για μια δίρρυτη κατασκευή από λάσπη και κοπριά.

5 Πάνινο σακί, όπου παρασκευάζεται και φυλάσσεται η σαλαμούρα (είδος γαλοτυριού).

6 Για τα έθιμα αλληλοβοήθειας στη Λευκάδα βλ. Πανταζής Κοντομίχης, Λαογραφικά Σύμμεικτα Λευκάδας , Αθήνα, Γρηγόρης, 1995, σ. 168-190. Για γενική επισκόπηση βλ. ενδεικτικά,: Δημήτριος Α. Πετρόπουλος, «Έθιμα συνεργασίας και αλληλοβοηθείας του ελληνικού λαού», Ελληνικό Λαογραφικό Αρχείο , 4 (1943-1944), σ. 69-85 και Μιχάλης Γ. Μερακλής, Ελληνική Λαογραφία. Κοινωνική Συγκρότηση, Αθήνα, Οδυσσέας, 1984, σ. 91-93. Κατά τόπους: Δημήτριος Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, εν Αθήναις, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1938, Παναγιώτης Βλάχος, «Έθιμα αλληλοβοηθείας στην Ευρυτανία», Ευρυτανικά Χρονικά, τ. 3, Αθήνα 1962, Δημήτριος Β. Φούρλας, Έθιμα αλληλοβοηθείας και συνεργασίας, Αθήνα, Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών, [1983].

7 Ιδιαίτερη αναλυτική αξία έχει, στο παρόν παράδειγμα, η συγκυριακή συνεργασία μεταξύ γυναικών για την πληρέστερη αξιοποίηση του γάλακτος μέσα από τη μεταποίηση σε μορφή αποθηκεύσιμη (π.χ. τυρί, τραχανάς) από τα λιγοστά οικόσιτα που διαθέτει η καθεμιά (τα μαρτίνια). Οι συνεργασίες αυτές παρέμειναν αποκλειστικά γυναικείες δράσεις στα πλαίσια της μη εκχρηματισμένης οικιακής οικονομίας και δεν αποτέλεσαν παρά σπανιότατα πρακτική των κτηνοτρόφων με μικρά ή μεγάλα κοπάδια με στόχο και την εμπορευματοποιημένη παραγωγή. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, η πρακτική αυτή συναντάται πολύ συχνά με διάφορες ονομασίες (π.χ. παρέα, αρκαβλιό) μεταξύ κτηνοτρόφων, βλ. για παράδειγμα, Μερακλής,

Ελληνική Λαογραφία, ό.π., σ. 92. Άλλωστε η ίδια βασική αρχή – που πηγάζει από εγγενή στοιχεία της κτηνοτροφικής παραγωγής- στέκει και στον πυρήνα ατύπων συνεταιρισμών όπως το τσελιγκάτο και το μητάτο της Κρήτης, η μάντρα στη Νάξο, στην Ικαρία. Για μια σύντομη ανάλυση των διαφόρων μορφών συνεργασιών με στόχο την εκμετάλλευση της ζωικής παραγωγής αιγοπροβάτων βλ. Andreas Kapetanios, ‘“Socialisation” of animals in Crete, Ikariaand Epirus : material and symbolic rôle of man-animal relations of production in the process of social formation’, σε: E. Kotjabopoulou, Y. Hamilakis, P. Halstead, C. Gamble, and P. Elefanti (εκδ.), Zooarchaeology in Greece: Recent advances, British School at Athens, Studies 9, London 2003, σ.283-290.

8 Για τα αγροτικά ημερολόγια, πβ. Irwin Taylor Sanders, Rainbow in the Rock: the people of rural Greece , Cambridge, Harvard  University Press, 1962, σ. 194 και Λίντα Καλαφάτη-Παπαγαλάνη, «Καλή μέρα κάθε μέρα. Χρονικό μιας αγροτικής οικογένειας», στο: Αφιέρωμα στον Νίκο Σβορώνο , τ. 2, Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 1986, σ. 520-548.

9 Κλοπές, παλλικαρισμοί και αντεκδικήσεις είναι παρούσες και στις κοινότητες αυτές της Νότιας Λευκάδας.  Πβ.Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού,  Η εγκληματικότητα στην πόλη και στην ύπαιθρο Λευκάδα (1900-1940), τ. Α΄, Αθήνα 1992,Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Το έγκλημα και οι κοινωνικοί του προσδιορισμοί. Λευκάδα 1900-1940, Αθήνα-Κομοτηνή, Σάκκουλας, 1998, ιδιαίτερα σ.165-238. Ωστόσο, δε φαίνεται να έφτασαν ποτέ στην ένταση των κοινωνικών εξαναγκασμών προς την ανταποδοτική βία άλλων περιοχών όπως της Κρήτης, της Μάνης ή ακόμη του γειτονικού Ξηρόμερου. Οι κλοπές, συχνές και διαφόρων στόχων, (από ζώα, σταφίδα, μέχρι γαλακτοκομικά προϊόντα (γαλοτύρι στο παράδειγμα της αφήγησης) διαπράττονται από άνδρες και από γυναίκες. Στο βαθμό που επιτρέπει η προσέγγιση μέσα από τα επεισόδια που αποτελούν αναδρομές στο παρελθόν και περνούν μέσα από αξιολογικά κριτήρια συμπεριφοράς, φαίνεται πως στερεοτυπικά θύμα και θύτης ανήκουν στο ίδιο φύλο. Αυτό σημαίνει πως ‘γυναικείες’ κλοπές αναφέρονται κυρίως στο γυναικείο ‘χώρο’ της οικογενειοκεντρικής γειτονιάς (όπως στο παράδειγμα της αφήγησης). Ανάμεσα στους άνδρες οι κλοπές και οι αρνητικές ενέργειες αναφέρονται κυρίως στον εκτός συγγένειας χώρο. Ο ρόλος της κλοπής, μπορεί να αναζητηθεί στη διαλεκτική σχέση τριών στοιχείων: αναγκαστική αναδιανομή, γόητρο / παλλικαρισμός, διαπραγμάτευσητης σχέσης του δράστη με το θύμα. Πβ. M. Herzfeld, The poetics of manhood: contest and identity in a Cretan mountainvillage, Princeton, N.J., Princeton University Press, 1985. Η έκταση αλλά και ο κοινωνικός ρόλος της κλοπής και του παλλικαρισμού δε φαίνεται να έφτασε ποτέ τη σημασία αυτών στην Κρήτη, με το διαμεσολαβητικό ρόλο δικτύων και κεφαλών μέγιστης κοινωνικής αποδοχής (σαστάδων), θεσμοποιημένο μέσα στα πλαίσια των παραδοσιακών κοινωνικώνδομών. Στην περίπτωσή μας, οι δράσεις είναι περισσότερο ασυνεχείς.

10 Για μία παρουσίαση των διαφόρων κατηγοριών αγροληπτικών σχέσεων στη Λευκάδα, βλ. Έφη Αργυρού, «Αγροληπτικές σχέσεις στη Λευκάδα του 18ουαι.», στα: Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1996, σ. 301-315.Για την περίπτωση της Πελοποννήσου, βλ. Παναγ. Ιω. Ζέπος, «Τριτάρικα» και «Στρεμματιάτικα» Μεσσηνιακά έθιμα, Καλαμάτα 1978. (ανάτυπο εκ του περιοδικού Ιθώμη του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Γραμμάτων). Για μια σύνοψη της ιστορίας των θεσμών της επίμορτης αγροληψίας, με έμφαση στη διηνεκή, βλ. την ιστορική αναδρομή που προηγείται του Ν. 3096-6/12/Οκτ. 1954 καθώς και Ζέπος, «Τριτάρικα»…, ό.π., σ. 5-7.

11 Συγκεκριμένα πρόκειται για τα κτηματολόγια του 1726-27, Άγγελος Γ. Χόρτης, «Η φορολογία της δεκάτης στη Λευκάδα επί Ενετοκρατίας», στα: Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική:το παράδειγμα της Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1996, σ. 333.

12  Επί τουρκοκρατίας ο φόρος ήταν 2 άσπρα κατά κεφαλή ζώου (χωρίς διαφοροποίηση για το είδος του ζώου), MehmetGenç, «Η Λευκάδα στις αρχές του ΙΗ΄αιώνα», στα: Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1996, σ. 70-71.Επί ενετοκρατίας ο φόρος εξελίσσεται, αλλά οι διαφοροποιήσεις του είναι μικρές. Διατηρείται ο χρηματικός του χαρακτήρας και η απαίτησή του για όλα τα ζώα, με την εξαίρεση των αρνιών και κατσικιών μέχρι 1 έτους και των ζώων μεταφοράς και αρόσεως (Χόρτης, «Η φορολογία…», ό.π. σ. 333-334). Επίσης χρηματικός φόρος απαιτείται από κάθεκυψέλη (Χόρτης, «Η φορολογία…», ό.π., σ. 335).

13 Ο Άγγελος Χόρτης σημειώνει πως η φορολόγηση του κρασιού ήταν εκχρηματισμένη και μάλιστα για τις περιοχές της Λευκάδας που μας απασχολούν, Άγγελος Χόρτης, «Η αμπελοκαλλιέργεια στη Λευκάδα», στα: Πρακτικά, Ζ΄ Πανιόνιο Συνέδριο, τ. Β΄, δεύτερο τμήμα, Ο χώρος και τα δημογραφικά μορφώματα. Οι κύριοι συντελεστές της οικονομίας, Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 2004, σ. 613.

14 Αργυρού, «Αγροληπτικές σχέσεις…», ό.π. , σ. 312-313. Θα πρέπει εδώ, στην περιγραφόμενη από την Αργυρού διαδικασία, να εντάξουμε και αυτήν της επανασημαδότησης της υλικής αλλά και συμβολικής αξίας της γης, στα πλαίσια μιας κοινωνίας και οικονομίας που διαρκώς μετασχηματίζεται, χωρίς όμως να έχουν κυριαρχήσει ο εκχρηματισμός, η εμπορευματοποίηση και οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και διαχείρισης του όποιου πλεονάσματος. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ύπαρξη και κυκλοφορία του χρήματος δεν έχουν σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα και η αναγκαιότητα εξεύρεσής του ή εξασφάλισής τους μπορεί να χρησιμοποιεί τη γη και τις σχέσεις παραγωγής στα πλαίσια των αγροληψιών ως ένα είδος ενδιαμέσου ‘νομίσματος’, ένα αγαθό που υπάρχει και –όπως λέει και η αργυρού- παρέχει ασφάλεια. Εδώ πιθανότατα εντάσσεται και ο δανεισμός με ενέχυρο γη που συναντάμε όταν έχουμε δεδομένη τη σπανιότητα άλλων αγαθών προς ρευστοποίηση, η οποία οδηγεί συνήθως τους μικροϊδιοκτήτες/καλλιεργητές σε υπερχρέωση.

15 Σε Αθάνι, Κομηλιό, Άγιο Πέτρο, Βουρνικά, Κατα(ω;)χώρι, Σύβρο, Δαμηλιάνι, Μαραντοχώρι, Εύγηρο και Κοντάραινα αναφέρεται απόκρυψη κτημάτων, Οθωμανών αλλά και χριστιανών, κατά την μετάβαση από τους Οθωμανούς στους Ενετούς (Ροντογιάννης, Ιστορία…, ό.π., τ. Α΄, σ. 554). Τις αποκρύψεις κατέδωσαν κάποιοι στους Ενετούς. Οι τελευταίοι ενέταξαν τα κτήματα αυτά στις δημόσιες γαίες και τα μίσθωσαν (με ευνοϊκούς όρους) στους καταδότες, οι οποίοι στη συνέχεια τα εκμεταλλεύτηκαν σε σχέσεις επαχθούς αγροληψίας (όπως γνωρίζουμε στην περίπτωση Αθανιτών οι οποίοι συχνά οδηγήθηκαν σε χρέη), μέχρι που η διοίκηση άλλαξε στάση και σε πλειοδοσίες τα πήραν τα ίδια τα χωριά «για να γλυτώσουν από τις αφόρητες πιέσεις των ενοικιαστών». Στο ίδιο πλαίσιο (της μετάβασης δηλαδή από τον ένα κυρίαρχο στον άλλο), κάποιες οικογένειες απέκτησαν τον έλεγχο δια πατρωνείας του μοναστηριού του Αγ. Νικολάου στη Νιρά και της περιουσίας του (αφιερώματα) και το μετέβαλλαν σε ‘ιδιωτικό’ (Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Χρονικά Σημειώματα για την Μονή του Αγίου Νικολάου στη Νιρά της Λευκάδας», Λευκαδίτικες Σελίδες, τχ. 1, Γενάρης-Φλεβάρης-Μάρτης 1976, σ. 5).Η διαδοχή: « τουρκικές ιδιοκτησίες – δημόσια γη – φέουδο – καταπατήσεις – γιγάντωση ιδιοκτησιών» αναφέρεται και από τον Παναγιώτη Μιχαηλάρη (Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, «Φεουδαλικές καταστιχώσεις στη Λευκάδα (18ος αιώνας)», στα: Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1996, σ. 129).

16 Ο τρόπος γένεσης αυτού του στοιχείου της συλλογικής ιδεολογίας είναι εντελώς αντίστοιχος αυτού που έχει αναφερθεί για τους κολίγους της Θεσσαλίας. Κοινό στοιχείο αποτελεί και η εξελικτική σχέση της γαιοκτησίας στη Ν. Λευκάδα από δημόσιες και υποδημόσιες γαίες: «Το δικαίωμα των καλλιεργητών αυτών των γαιών είχαν ιδιοποιηθεί παράνομα … [και] η μνήμη αυτή, … υπογραμμίζει το γεγονός ότι η συνείδηση του αγρολήπτη ήταν ζώσα» (Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος, Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη. Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα 1830-1922 , Αθήνα, Εξάντας,1991, σ. 107).

17 Βλ. Άγις Στίνας, «Δουλοπαροικία και κοινωνική επανάσταση στα Επτάνησα», σε Αρχείο Άγι Στίνα σε ιστοσελίδα http://stinas.vrahokipos.net/texts/eptanisa.htm.

18 Το χρονικό αυτό όριο παρέχεται από τη σχετική αναφορά του Holland (Henry Holland, Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia, etc. during the years 1812 and 1813, London 1815, σ. 62-63): «Το νησί μπορεί να ειπωθεί πως διακινεί εργατικά χέρια καθώς ένας μεγάλος αριθμός χωρικών περαιώνονται κάθε χρόνο στα νότια τμήματα της Αλβανίας [Ήπειρος Αιτωλοακαρνανία – το ‘βασίλειο’ του Αλή] για να βοηθήσουν στην καλλιέργεια της γης. Γι’ αυτήν την προσφερόμενη υπηρεσία, αμοίβονται κυρίως σε είδος/ από το προϊόν.» (η μετάφραση είναι δική μου). Η τελευταία παρατήρηση του Holland χρήζει έρευνας και ως προς τις συνθήκες στις οποίες πραγματοποιείται η αμοιβή σε είδος και ως προς τη σημασία της στο πλαίσιο της εργασίας και του εκχρηματισμού (πβ. Ροντογιάννης, Ιστορία…, τ. Α΄, ό.π., σ. 568,όπου συνεχίζει λέγοντας πως αυτή η πρακτική συνεχίστηκε μέχρι τουλάχιστον το 1945).

19 Για την αδυναμία αποπληρωμής, τις χαρτωσιές (δικόγραφα), τις κατασχέσεις, την τοκογλυφία και τη μετανάστευση, βλ.Π. Γ. Ροντογιάννης, Ιστορία της Νήσου Λευκάδος , τ. Β, Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1982, τ. Β΄, σ. 617 και Ροντογιάννης, Ιστορία… , τ. Α΄, ό.π., σ. 654.

20 Ν. 3096-6/12 Οκτ. 1954

21 Για τη γενική αυτή αρχή βλ. Σπύρος Ασδραχάς, Ζητήματα Ιστορίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 41-50.

22 Πβ. Ροντογιάννης, Ιστορία…, τ. Α΄, ό.π., σ. 570 όπου, συζητώντας την ‘ένδεια’ της περιόδου 1864-1870, παρατίθεται απόσπασμα από μικρή μελέτη του Αριστομένη Αλβανίτη για το «ζήτημα του οίνου», όπου μέμφεται τους Λευκάδιους γιατί στράφηκαν στην αμπελοκαλλιέργεια παρατώντας τις σπορές και τώρα δεν έχουν να φάνε ψωμί. Με άλλα λόγια, τους μέμφεται για εκτεταμένη παραγωγή προς την εμπορευματοποιημένη παραγωγή και συνδέει τη σπορά με την αυτοκατανάλωση.

23 Πβ. Χόρτης, «Η φορολογία…», ό.π., σ. 325.

24 Μια τέτοια θεώρηση στην περίπτωση της αγροληψίας ταιριάζει με αυτήν του Καραβίδα για το κολιγικό σύστημα,Κώστας Καραβίδας, Αγροτικά : έρευνα επί της οικονομικής και κοινωνικής μορφολογίας εν Ελλάδι και εν ταις γειτονικαίς Σλαυϊκαίς χώραις : μελέτη συγκριτική, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1931.

25 Αλληλεγγύη και συγκρούσεις χωρικών στο εσωτερικό μιας κοινότητας αναφέρονται ως διαλεκτικώς ενεργά στοιχείαστη διαδικασία μορφοποίησης, ξεκινώντας από οικογενειακές συστάδες, της αφαιρετικά στερεότυπης έννοιας της κοινότητας του χωριού όπως αυτή εξετάζεται στην Κέρκυρα (Νίκος Ε. Καραπιδάκης, «Από τις αδελφότητες καλλιεργητών στο χωρίον», στα: Πρακτικά, Ζ΄ Πανιόνιο Συνέδριο, τ. Β΄, δεύτερο τμήμα, Ο χώρος και τα δημογραφικά μορφώματα. Οι κύριοι συντελεστές της οικονομίας, Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 2004, σ. 417-433).

26 Για μια περιγραφή των γειτονιών του Αγίου Πέτρου ως γυναικείου –κατεξοχήν- χώρου όπου ξεδιπλώνεται η καθημερινή διαπραγμάτευση του συμβολικού βάρους του οικογενειακού ονόματος, των ανταγωνισμών αλλά και της συμπαράστασης με τις άλλες γυναίκες, η επιβίωση (οικιακή οικονομία) και διαιώνιση (ανατροφή παιδιών) της κάθε οικογενειακής ομάδας, βλ. Λίντα Παπαγαλάνη – Καλαφάτη, « «Στο θρόισμα των ελαιώνων….» (Μια προσέγγιση στην ανθρωπολογία τουχώρου)», στα:

Πρακτικά Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού, από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της  Λευκάδας 15ος -19ος αι., Αθήνα 1996, σ. 423-425.

27 Γεώργιος Καβαδίας, Το Μέγα Καταστατικόν της εν Λευκάδι δια συνεταιρισμού συστηθείσης Εταιρίας «ΗΣυγκομιδή», Λευκάδι, Τυπογραφείον ο «Πίνδος», 1870, σ. α΄-ιε΄.

28 Βλ. την εισαγωγή του Στάθη Δαμιανάκου στο συλλογικό έργο Στάθης Δαμιανάκος, Έρση Ζακοπούλου, ΧαράλαμποςΚασίμης, Βασίλης Νιτσιάκος, Εξουσία, εργασία και μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου. Η τοπική δυναμική της επιβίωσης, Αθήνα, Πλέθρον/Ε.Κ.Κ.Ε., (χ.χ.), σ. 18-27.

29 Όπως έχει τονιστεί (στα κείμενα του Στάθη Δαμιανάκου), δεν είναι ξεκάθαρο εάν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος «σχέση παραγωγής» για δράσεις της παραγωγικής διαδικασίας που ενεργοποιούν αλλά και εξαρτώνται από κοινωνικούς δεσμούς. Εδώ χρησιμοποιώ τον όρο καταχρηστικά γιατί πρόκειται για μια γενεαλογία που περιλαμβάνει, τόσο τις παραδοσιακές όσο και τις «σύγχρονες» διαστάσεις της παραγωγικής διαδικασίας.

30 Εκτός από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν εδώ, και άλλες σημαντικές όψεις της συλλογικής ιδεολογίας μετέχουν στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κοινωνικού μετασχηματισμού στη ΝΑ Λευκάδα. Για παράδειγμα, για την εργασιομανία και τα χρήματα, ως έννοιες-αξίες που διέπουν τη ζωή των Αγιοπετριτών, η Λίντα Παπαγαλάνη-Καλαφάτη, έχει εκφράσει τηνάποψη ότι έμφασή τους βρίσκεται συνυφασμένη στη νοοτροπία του «επήλυδος» η οποία αποτελεί το βασικό γνώρισμα αλλά και το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της Αγιοπετρίτικης κοινωνίας και έχει τις ρίζες της στην περίοδο ίδρυσης του οικισμού.

31 Για τις «οινικές κρίσεις», βλ. Ροντογιάννης, Ιστορία…, τ. Α΄, ό.π., σ. 570.

32 Πβ. την ερμηνευτική προσέγγιση σε αυτό το πλαίσιο της ανασηματοδότησης της σημασίας του θεσμού της οικογένειας μετά τον εμφύλιο, Ιωάννα Λαμπίρη-Δημάκη, «Κοινωνική Αλλαγή 1949-1974: Η κοινωνιολογική οπτική του ιστορικού φαινομένου», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000 , τ. 9, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σ. 188-190.

33 Βλ. Δαμιανάκος, Εξουσία, εργασία…, ό.π., σ. 28-31.

34 Ασδραχάς, «Από τους ορίζοντες της τοπικής…», ό.π., σ. 436.

 

0 Shares

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *