Ειδήσεις από και για το Μεγανήσι
1 Φεβρουαρίου 2023

Το ναυάγιο του καπετάν Γεράσιμου Κατωπόδη “Γάνια”

Τον Απρίλη του 1928, ο καπτά Γεράσιμος ο Κατωπόδης από το Κατωμέρι του Μεγανησιού, γνωστός ως συνήθως στα χωριά και με το παρατσούκλι Γάνιας, ευρέθηκε με το δικό του καίκι στην Καλαμάτα, όπου και εφόρτωσε σταφίδα, για λιμάνι προορισμού μη εξακριβωμένο, υποθέτω όμως για την Πάτρα, διότι τότε, εκεί συνήθως συγκέντρωναν την σταφίδα από τα περισσότερα μέρη της Πελοποννήσου, προκειμένου να την αποστείλουν εν συνεχεία στο εξωτερικό με μεγαλύτερα καράβια.

Έπειτα ο τόπος που έγιναν όσα θα αναφέρομε, ευρίσκεται πάνω σ’ αυτή την διαδρομή.

Πλήρωμα του καϊκιού ήταν οι Κατωμερίτες, Θανάσης Κονιδάρης, από την οικογένεια του Δήμαρχου, ο Φίλιππος ο Δάγλας του Διονύση, θείος του Θανάση και του Λάμπρου Δάγλα – Κομπότη και ο Γεράσιμος Θειακοδημήτρης – Κατσόλας, αδελφός του Σταθη του Φανή και του Σπύρου του Νιάγκα.

Με το κομπλετάρισμα(1) της φόρτωσης, οι ίδιοι, εσιγουράρισαν τα πράγματα του καϊκιού όπως πρέπει για ν’ ανοιχθούν στο πέλαγος και καθ’ όλα έτοιμοι, έβαλαν εμπρός την μηχανή και αναχώρησαν για τον προορισμό τους, σέρνοντας ως συνήθως, την βαρκούλα του καϊκιού πίσω τους με μία μπαρούμα . Λίγο αργότερα μια που το αεράκι ήταν ευνοϊκό, δεν έχασαν την ευκαιρία να σηκώσουν και το πανί του καϊκιού, για ν’ ανεβεί η ταχύτητά του και να φθάσουν το δυνατόν γρηγορότερα στον προορισμό τους.

Σαν έφθασαν όμως κάπου κοντά στην Πρώτη, νησί πλησίον του Μάραθου ή κατ’ άλλους έξω από την Κυπαρισσία, στη δυτική Πελοπόννησο δηλαδή, ο αέρας δυνάμωσε λιγάκι. Το καίκι όμως με την μηχανή και το πανάκι του, ταξίδευε ωραία, σέρνοντας πάντα από πίσω την βαρκούλα του, όπως οι κυρίες το σκυλάκι τους σε περίπατο. Κάποιες μικρο-μποτζαρισιές(2) που έκανε που και που, και κάποια μικρο-σκαμπανεβάσματα(3), δεν ήταν άξια προσοχής. Αυτά τα κάνει η θάλασσα, λένε οι μεγαλύτεροι κυρίως ναυτικοί, για να θυμίζει διαρκώς στους ταξιδευτές, ότι βρίσκονται πάνω σε νερό και όχι στη στεριά, άρα πρέπει κάθε τους κίνηση να γίνεται με σκέψη και προσοχή.

Καλά ήταν όλ’ αυτά μέχρι εδώ, αλλά του καπτά Γεράσιμου κάτι άρχισε να μην του αρέσει. Από τη θέση του στην πρύμη του καϊκιού που κυβέρναγε, με το ένα χέρι την γιέκια και το άλλο στη σκότα του πανιού, είδε σ΄ ένα σημείο χαμηλά στον ουρανό, σχεδόν στον ορίζοντα, να εμφανίζονται από το πουθενά γκριζόμαυρα συννεφάκια, που από μέσα τους αναπηδούσαν που και που μικρές αστραπές. Λίγο μετά, τα συννεφάκια έγιναν σύννεφα μεγάλα, μαύρα και βαριά, που βάλθηκαν να ταξιδεύουν φουριόζικα και ν’ απλώνονται χαμηλά στον ουρανό, κάποια μέτρα μόνον πάνω απ΄ τη θάλασσα.

Τ’ αστραπόβροντα που άρχισαν μετά από λίγο να εξαπολύονται απ’ τα βάθη τους, αναμφίβολα μαρτυρούσαν ότι έφερναν μπουρίνι(4) άσχημο, που ατυχώς κατά τη δική του εκτίμηση θα τους έπιανε.

Θέλοντας όμως να κάνει ακόμη μια επιβεβαίωση της πρώτης του γνώμης, έπιασε από κάπου εκεί κοντά που κυβέρναγε τα κιάλια, στράφηκε στο σκοτείνιασμα του ορίζοντα στερεώνοντας την γιέκια(5) ανάμεσα στα δυό πόδια του για να ελέγχει έστω κι έτσι την πορεία και τά ‘φερε στα μάτια του, κρατώντας τα σταθερά και με τα δύο χέρια. Οι φακοί του, έξυπνη ανακάλυψη σκέφτηκε, του τό ‘φερναν όσο χρειάζονταν κοντά, για να εξακριβώσει αυτό που ήθελε.

Χωρίς ούτε ο ίδιος να το καταλάβει, το πρόσωπό του σκοτείνιασε και το βλέμμα του έγινε σκεφτικό, αλλά δεν είπε τίποτα. Αυτό που ήθελε το είδε και ατυχώς δεν ήτανε καλό. Σε λίγο θα είχαν να αντιπαλέψουν με τέτοια κακοκαιριά, που το δικό τους το καίκι, έτσι καθώς ήταν φορωμένο, δύσκολα θα τά ‘βγαζε πέρα.

Σε μια στιγμή μέσα, στριφογύρισαν αμέτρητα πράγματα στο μυαλό του. Μεταξύ αυτών και η ρήση των ναυτικών: Λαβαίνεις υπόψη σου ένα κύμα, όχι ανάλογα με το μπόι του, αλλά ανάλογα με το πόσο δύναται το σκάφος, με το οποίο θα σταθείς μπροστά του.

Έπειτα, το ότι ήταν απρόβλεπτη η κακοκαιριά, άρα και δεν θα ημπορούσε να την αποφύγει, αλάφρωνε κάπως τη συνείδησή του σαν καπετάνιος που ήταν, αλλά αυτό δεν άλλαζε την κατάσταση.

Πρακτικός όμως όπως πάντα, αλλά και καλός ναυτικός, άφησε κατά μέρος λόγια, φόβους και μεμψιμοιρίες, για να ριχτούν ο ίδιος και το πλήρωμα αμέσως στη δουλειά. Πρώτο και σπουδαιότερο λοιπόν που έκρινε ότι θά ΄πρεπε να γίνει, ήταν να μαϊνάρουν(6) το πανί. Δεν ήθελε να ‘χει τη φροντίδα του, όσο θ’ αντιπαλεύανε με τον καιρό που τους κοντοζύγωνε.

Και χωρίς να χάσει ούτε στιγμή, κάλεσε τους άξιους, αλλά και ανήσυχους από τα σημάδια του καιρού ναύτες του, να τον προσέξουν.

Το πανί παιδιά, το πανί να κατεβάσουμε τους είπε, αμέσως τώρα.
Στο μαντάρι(7) εσύ Γεράσιμε και μη μαϊνάρεις αν δεν ορθοπλωρίσω(8) το καίκι και σου κάνω νόημα. Εσείς Φλίππο και Θανάση στα μπόσικα του πανιού όταν αρχίσει να κατεβαίνει. Το νού σας όμως μη σας πετάξει στη θάλασσα με κανένα τίναγμα από κείνα που κάνει παίζοντας δεξόζερβα, όταν ο αέρας γυρίσει απ’ την πλώρη. Ακόμη θέλω να ‘χετε ανοιχτά τα μάτια σας και για ότι άλλο παρουσιαστεί.

Εντάξει του απάντησαν κι τρείς μ’ ένα στόμα, ενώ ο ίδιος βάλθηκε ευθύς αμέσως, να παρακολουθεί με μάτια ορθάνοιχτα για κάποιο μαλάκωμα, κάποια ανάπαυλα, από κείνες που κάνει για στιγμές που και που, ο αέρας και η θάλασσα. Και κάποια στιγμή που λαπασάρισε(9) κάπως κι ανάσανε λίγο το καΐκι, τους φώναξε όσο γίνονταν πιο δυνατά, κάνοντας χωνί τα χέρια του: ορθοπλωρίζωωω, κι αμέσως έπεσε με στήθος, χέρια και ψυχή πάνω στη γέκια, για να την σπρώξει τελείως πλάγια, και νά ‘ρθει αλαπάντα(10) το τιμόνι, ώστε να υπακούσει το καΐκι σ’ αυτό και να ορτσάρει(11) στον καιρό το γρηγορότερο.

Το καίκι αργά αργά, με μια μεγαλοπρέπεια που τού ‘δινε το πανί, ακόμη κι αυτήν την ώρα, άρχισε να στρίβει προς το μέρος που έβαλε τιμόνι ο καπτά Γεράσιμος, να ορτσάρει λίγο λίγο, και τέλος αέρας και θάλασσα ήρθαν κατάπλωρα(12). Αυτό ήταν που ήθελε και σαν έγινε, χειρίζοντας επιδέξια το τιμόνι, δεν άφινε να σγαράρει(13) η πλώρη, ούτε πόντο πάνω απ’ τον καιρό. Βοηθός του αναντικατάστατος σε όλες αυτές τις κινήσεις, ήταν η μηχανή του καϊκιού, που δήλωνε την ενεργό παρουσία της, μ’ έναν μονότονο, αλλά ευπρόσδεκτο τούτη τη στιγμή, ντούκου ντούκου.

Οι τρείς ναύτες από τα πόστα τους, παρακολουθούσαν το ορθοπλώρισμα με μάτι αετίσιο, έτοιμοι να ορμίσουν όπου χρειάζονταν τίποτε, ή να διορθώσουν κάτι, που ίσως δεν θα πήγαινε καλά. Ευτυχώς όμως ως εδώ, όλα κύλησαν χωρίς εκπλήξεις και παρατράγουδα.

Κάποια κύματα που χτύπησαν απ’ την πάντα το καίκι, ξεθύμαναν χωρίς συνέπειες στο παραπέτο του και τον μουσαμά που είχαν στερεώσει σαν είδος έξτρα παραπέτου από πάνω του, φεύγοντας απ’ το λιμάνι.

Τσιμάρόλια(14) όμως από κύματα που έσκαγαν κατάπλωρα , καβαλίκευαν με την βοήθεια του αέρα την πλώρη και χαμηλώνοντας ξυστά πάνω απ’ το κοράκι(15), ορμούσαν πρύμα, καταβρέχοντας σφυριχτά την πόμπα(16) της άγκυρας, το ταμπούκιο(17) της πλώρης, φθάνοντας μέχρι και πρύμα από το άλμπουρο. Πίτυλοι από τα ίδια, τύφλωναν τον καπτα Γεράσιμο στο τιμόνι που βρίσκονταν και για να βλέπει, αναγκάζονταν με το ένα χέρι να σκουπίζει τα μάτια του χρησιμοποιώντας αντί για μαντήλι, ένα στουπί που βρήκε σε κάποια τσέπη του, ενώ με την παλάμη του άλλου, σχημάτιζε κάτι σαν γείσο πάνω από τα δασιά φρύδια του, για να κόβει κάπως το ανεμόβροχο.

Το πανί άδειο από αέρα λόγω της κατεύθυνσης του καϊκιού πάνω σ’ αυτόν και με την σκότα(31) του καργαρισμένη(32), τρεμόπαιζε και σακκούλιαζε μια δεξιά και μια αριστερά, κάνοντας το άλμπουρο και τα ξάρτια του να σείονται και να κουνιούνται, ανάλογα πάντοτε με την δύναμη κάθε σβιλάδας αέρα που έρχονταν.

Οι ναύτες πανέτοιμοι στις θέσεις τους, περίμεναν ανυπόμονοι την στιγμή που ο καπτά Γεράσιμος θα διάλεγε για να τους φωνάξει μάινα. Λες και υπήρχε τηλεπάθεια μεταξύ τους, πριν τελειώσουν την σκέψη τους, άκουσαν την φωνή του καμπανιστή:

Μάααινα το πανί παιδιά, μάινα τώρα που λαπασάρισε λίγο.

Μάααινα το πανίιι, του ανταπάντησαν μ’ ένα στόμα και οι τρείς.

Στη στιγμή τα χέρια του Γεράσιμου του Θειακοδημήτρη, έτοιμα ήδη στη δέστρα του μανταριού στο άλμπουρο, άρχισαν να το μαϊνάρουν.

Ο Θανάσης με τον Φλίππο μάζευαν όσο απ’ αυτό κατέβαινε, αν και ο αέρας πολεμούσε να τους το πάρει από τα χέρια, κάνοντας τα νύχια τους να πονούν.

Εντάξει παιδιά;

Τους ρώτησε φωναχτά ο Γεράσιμος για ν’ ακουστεί, λόγω της βοής του αέρα.

Εντάξει, του απάντησαν, μάινα εσύ Γεράσιμε συνέχεια, το προλαβαίνουμε για την ώρα.

Μάινα κάνω παιδιά.

Μάινα ξαναφώναζαν δυνατά του Γεράσιμου και συμπλήρωσαν περισσότερο για να τονώσουν τον εαυτό τους: Άντε κι όπου να ‘ναι το μάσαμε, άντε και το φάγαμε το άτιμο.

Μάινα κάνω, τους απάντησε ξανά κι αυτός στο ίδιο πνεύμα.

Κάποια στιγμή όμως το πανί εσταμάτησε να κατεβαίνει και ο Φλίππος μαζί με τον Θανάση φώναξαν με κάποιο θυμό του Γεράσιμου, λόγω του αέρα και της θάλασσας που άρχισαν να δυναμώνουν κι έπρεπε να ξεκολλήσουν από κει το γρηγορότερο:

Μάινα ορε Γεράσιμε, μάινα και μη χαϊδεύεις το μαντάρι, μάϊνα κάνε να χαρείς!

Δυστυχώς όμως και ο Γεράσιμος δεν επαιδιάριζε. Απλώς το μαντάρι δεν έκανε μάινα, κι αυτός ταρακούναγε με το χέρι την άκρη του, που την κρατούσε τώρα επίτηδες μπόσικια, μήπως και καταφέρει να ξεσκαλώσει το σκοινί στον επάνω μακαρά του παλάγκου, που έδειχνε να έχει ντέσει(18) κάπου και να μην τρέχει.

Ο Φλίππος όμως με τον Θανάση, όπως και ο καπτά Γεράσιμος από πίσω στο τιμόνι που ήταν, δεν καταλάβαιναν τι γίνεται και τά ‘βαλαν με τον Γεράσιμο.

Μάααινα του φώναζαν οργισμένα όλοι μαζί, μάινα και φουρτουνιάζει. Πρέπει να ξεντεργάρουμε(19) από δω το γρηγορότερο, για να δούμε τι θα κάνουμε.

Ωχροκίτρινος τότε ο Γεράσιμος, αντί απάντησης, πιάστηκε με το ένα χέρι από την δέστρα του σκοινιού στο άλμπουρο και ανασηκώνοντας ψηλά το άλλο, τους έδειξε με κινήσεις νευρικές, τον άνω μακαρά(20) από το μαντάρι, που κρέμονταν ψηλά, κάτω από την κόφα(21) του άλμπουρου. Το μάτι του είχε διακρίνει ότι το σκοινί από το μαντάρι, πήδησε έξω από το λούκι ενός ράγουλου(22) και φράκαρε ανάμεσα στο μάγουλο του μακαρά και το ίδιο το ράγουλο. Σε κάθε κούνημα της αντένας, το σκοινί έτριζε σ’ αυτό το σημείο, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι δε θ’ άντεχε για πολύ, θα κόβονταν. Και λογικό ήταν, αφού το βάρος που σήκωναν τα τέσσερα ή έξι σκοινιά από τα οποία απαρτίζονταν το παλάγκο, τώρα το σήκωνε ένα μόνο του.

Φρίκη, δε θα ημπορούσε να τους συμβεί κάτι χειρότερο τη συγκεκριμένη στιγμή. Εκεί μεσοπέλαγα που βρίσκονταν, μόνον με κάλμα καιρό θα κατάφερναν ν’ αποκαταστήσουν το πρόβλημά, ή δ’ άλλως… στο λιμάνι.

Αλλά ποιό λιμάνι… Εδώ κάθε λεπτό που πέρναγε, ο αέρας δυνάμωνε σφυρίζοντας , αναγκάζοντας το κύμα ν’ αντρειεύει(23) και να καβαλικεύει την πλώρη του καϊκιού.

Σ’ αυτές τις στιγμές ο άνθρωπος, έστω και λίγο αν πιστεύει στα θεία, απευθύνεται σ’ αυτά και τα παρακαλεί φανερά ή από μέσα του να τον βοηθήσουν. Το ίδιο έκαναν και οι ναύτες μας, αλλά δυστυχώς τ’ αυτιά όποιου θείου κι αν καλούσαν εκείνη την ώρα, δεν άκουγαν.

Φυσικά ως ήταν επόμενο, λίγο μετά, το μαντάρι κόπηκε στο σημείο που ήταν σφηνωμένο στον μακαρά, με ένα ηχηρό τσάααφ. Πρίν προλάβει κανείς τους να αντιδράσει, η αντένα του πανιού, μαζί με το ίδιο το πανί που ήταν αρματωμένο πάνω της, ευρέθηκαν σε ελεύθερη πτώση, ενώ το σκοινί από το μαντάρι, με ξεστριμένα τα έμβολα(24) της άκρης του σαν μαστίγιο, έτρεχε από πίσω με απίστευτη ταχύτητα, ξεπερνώντας τα ράγουλα των μακαράδων σαν φίδι.

Δυστυχώς η αντένα βρήκε κατακέφαλα τον Γεράσιμο και τον άφησε επί τόπου, χωρίς να προλάβει να πει ούτε μάνα, ενώ τους άλλους δύο, τον Θανάση και τον Φίλιππο, τους σκέπασε από κάτω το πανί.

Ο καπτα Γεράσιμος πριν προλάβει καν να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει, είδε ένα κύμα, το κύμα το κακό, μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, να καβαλικεύει το καίκι αφρίζοντας και στη στιγμή να το γονατίζει. Πάλεψε όμως το καημένο μαζί του, προσπαθώντας να σηκώσει και πάλι το κεφάλι του έξω απ’ το νερό. Για λίγο μάλιστα ήρθαν κύμα – καίκι, στο με νικάς δε με νικάς.

Όμως στο τέλος δεν τα κατάφερε και αναγκάσθηκε να υποταχθεί στην υπεροχή του κύματος. Στην αγκαλιά του τύλιξε το άμοιρο καίκι, για τον δρόμο τον αγύριστο, ίσια προς τον βυθό της θάλασσας, μαζί με Φλίππο και τον Θανάση, ζωντανούς ακόμη κάτω από το πανί και τον Γεράσιμο σκοτωμένο απ’ την αντένα.

Ίσως δεν υπάρχει χειρότερη στιγμή στην καριέρα ενός καπετάνιου, απ’ αυτή που ζούσε τώρα μόλις ο δικός μας. Έχασε το καίκι του μαζί με τρεις αγαπημένους συγχωριανούς και χώρια το φορτίο που κουβάλαγε, ενώ η ίδια η δική του η ζωή, κρέμονταν από μια κλωστή. Προσπάθησε να μη την χάσει. Άξιος ναυτικός καθώς ήταν, εκμεταλλεύθηκε την στιγμιαία αντίσταση του καϊκιού προς το κύμα και τράβηξε την βάρκα που έσερναν πίσω τους, σώα ευτυχώς ακόμη, από το παλαμάρι που ήταν δεμένο στην πρύμη δίπλα του. Σαν επλησίασε η βάρκα στην πρύμη, επήδησε μέσα με τέτοια ευκινησία, που δεν ήξερε κι ο ίδιος που την βρήκε. Η όποια σιγουριά που του έδωσε η βάρκα στην οποία μόλις είχε πατήσει, τον ηρέμησε κάπως κι ένα ξεφύσημα χαλάρωσης βγήκε από μέσα του.

Λύνοντας αμέσως το παλαμάρι(25) που την συνέδεε ακόμη με το καίκι, αβαράρισε(26) πάνω σ’ αυτό κι έβαλε τα κουπιά. Χωρίς να καθυστερήσει ούτε στιγμή, τράβηξε μερικές κουπιές, όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό λόγω της θαλασσοταραχής, για ν’ απομακρυνθεί το γρηγορότερο από το καίκι που βούλιαζε, μη τυχόν και τον τραβήξει μέσα μαζί με την βάρκα, η δύνη που θα σχημάτιζε.

Σαν βρέθηκε σε κάποια απόσταση απ’ αυτό, χαλάρωσε την κωπηλασία και γύρισε να το δει για τελευταία φορά, καθώς το αργοκατάπινε η θάλασσα. Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα τα συναισθήματά έκαναν έκρηξη μέσα του. Αυτή είναι νομίζω η στιγμή που λένε: εδώ και οι άντρες κλαίνε. Σανίδες, σκοινιά, μπουντέλια(27) κι ένα σωρό άλλα πράγματα ξέφευγαν από πάνω του, έπλεαν και παράμεναν απίκου(28) σαν παραστάτες κατά τον ενταφιασμό του στον βυθό.

Και η ειρωνεία. Καθώς το καίκι βούλιαζε, ποσότητα πετρελαίου που από κάπου ξέφευγε, ανέβαινε στην επιφάνεια της θάλασσας, κι απλώνονταν χρωματίζοντάς την, με όλες τις ανταύγειες, απ’ όλα τα χρώματα της ίριδος. Συγχρόνως όμως το ίδιο ελειτουργούσε και σαν ηρεμιστικό της θάλασσας. Ολόγυρα από το σημείο που είχε γίνει το ναυάγιο, η θάλασσα μαλάκωσε και τα κύματα είχαν παύσει ν’ αφρίζουν.

Κάπου στο βάθος τα μάτια του καπτά Γεράσιμου ψάχνοντας, διάκριναν τη στεριά.

Αν τα καταφέρω και φτάσω ως εκεί σκέφτηκε, εγλύτωσα. Η έννοια σπίτι, οικογένεια, κοινωνία, ζωή, θα έχουν συνέχεια για μένα.

Και συνέχισε τον συλλογισμό του, προτρέποντας τον ίδιο του τον εαυτό:

αφού τόσο τα θέλεις όλ’ αυτά, δεν σού μένει, παρά να ξεχάσεις, όσο γίνεται τουλάχιστον, αυτά που είχαν συμβεί και να στρωθείς στο κουπί, με νου, ψυχή και καρδιά,

στοχεύοντας πάντα προς τα κει, προς τη στεριά.

Θέλοντας λοιπόν να κάνει πράξη τα όσα μόλις πριν αναλογίσθηκε, συνέχισε να τραβάει κουπί, αποφεύγοντας να φέρνει στον νου του την παροιμίά: «εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες τι γυρεύουν», γιατί πίστευε ότι θα καλλιεργούσε μέσα του, το στοιχείο της μεμψιμοιρίας και της ηττοπάθειας. Η κωπηλασία όμως με μια βαρκούλα και τέτοιον καιρό, δεν είναι παιγνίδι. Κύριο μέλημα αυτού που τραβάει τα κουπιά, δεν είναι μόνον να πηγαίνει η βάρκα μπροστά. Ακόμη σπουδαιότερο κι απ’ αυτό είναι, πως θ’ αποφύγει το ξέσπασμα κάποιου κύματος, ο τρόπος που θα πέσει η ίδια πάνω σε κάποιο άλλο. Να βγάζει τα νερά που έπεσαν μέσα στην βάρκα με κάποιο μπουγέλο(29) ή κύπελλο, ν’ αντέχει στο κρύο, το ανεμόβροχο, να βρίσκει δύναμη όταν δεν έχει.

Τά ‘κανε όλ’ αυτά ο καπτά Γεράσιμος, ή τουλάχιστον όσα δίνονταν. Η μόνη παραχώρηση που έκανε στον εαυτό του ήταν, να χουχουλίζει που και που τα χέρια του, να ψάχνει για μια σταγόνα νερό, να τρίβει τους μυς του για να ξεπιαστούν και να κλείνει τα ανοίγματα των ρούχων που φορούσε, μήπως καταφέρει και λιγοστέψει το κρύο που τον περόνιαζε.

Λένε πως όταν ένας άνθρωπος επιδιώκει με όλο το είναι του να επιτύχει κάτι, στο τέλος, αν ανώτερες δυνάμεις μπουν στη μέση, το καταφέρνει. Αυτό συνέβη και με τον καπτά Γεράσιμο. ‘Εφθασε με τη βαρκούλα στη στεριά.

Πως; Εξουθενωμένος, βρεγμένος και παγωμένος μέχρι το κόκκαλο, διψασμένος, πεινασμένος και με την ψυχή του περίλυπη.

Κάπου σε κάποιους ανθρώπους έπεσε, που η καλοσύνη και η φροντίδα τους τον κράτησαν ζωντανό. Άλλες λεπτομέρειες δεν έχομε.

Ο γιός του καπτά Γεράσιμου, ο Αρεστής ο Τσελεπής, πολλά χρόνια αργότερα, σίγουρα μεταπολεμικά, ευρέθηκε με ένα καίκι της οικογένειάς του σ’ αυτά τα μέρη. Όταν τον άκουσε κάποιος να λέγει ότι ήταν από το Μεγανήσι και ότι τον έλεγαν Κατωπόδη, του είπε, ότι εγώ ο ίδιος κάποτε περιέθαλψα έναν ναυαγό, που το έλεγαν Γεράσιμο Κατωπόδη. Είχε ναυαγήσει και ο μόνος που διασώθηκε με την βαρκούλα του καϊκιού, ήταν αυτός και κανένας άλλος.

Το άκουσε αυτό ο γιός του Αρεστή του Τσελεπή ο Γεράσιμος, από τον ίδιο τον πατέρα του και μου το είπε. Ατυχώς δε θυμόντανε τίποτε περισσότερο.

Ο καπτά Γεράσιμος, αφού στάθηκε στα πόδια του, ίδιος άγγελος κακών, επήρε το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι του, στο Κατωμέρι. Ήταν μια Κυριακή του Απρίλη του 1928 σαν έφθασε στο νησί.

Απ’ το λιμάνι μέχρι το σπίτι του, δε συνάντησε κόσμο πολύν, αλλά και σ’ αυτούς που συναπάντησε δεν είπε τίποτε περισσότερο από ένα γεια, ή τους έκανε ένα νεύμα με το χέρι.

Μπαίνοντας στο σπίτι του κάθισε κάπου, σκοτεινός, αμίλητος και λίγο φευγάτος. Έγινε σούσουρο στο σπίτι και όλοι της οικογένειας που ήταν εκεί, μαζεύτηκαν τριγύρω του αμίλητοι. Η θειά Ανδρονίκη η γυναίκα του, με χίλια παρακάλια πολέμαγε να του βγάλει μια λέξη, αλλά αυτός παράμενε αμίλητος. Ούτε στις ερωτήσεις της απαντούσε, ούτε άλλο τίποτε έλεγε. Τότε αυτή κατάλαβε πως κάτι πολύ κακό συνέβηκε.

Όταν συνήρθε ύστερα από κάμποση ώρα, ξέφριξε τον ολόστεγνο λάρυγγά του με μια γουλιά νερό και τους μίλησε για το κακό που είχε γίνει. Αμέσως ορμήνεψε την ίδια και και κάποιους άλλους ηλικιωμένους που είχαν φθάσει εν τω μεταξύ εκεί, να το που με τρόπο στους δικούς τους.

Πώς να τό ‘λεγαν όμως στην Πηγή, τη γυναίκα του Φιλίππου, που ήταν τόσων μηνών έγγειος; ….Φυσικά της το είπαν. Κι αυτή τάχθηκε ότι παιδί κι αν γεννήσει, να του δώσει το όνομά του άνδρα της, του πατέρα του παιδιού της. Κορίτσι έκανε και Φιλιππούλα το έβγαλε. Σαν ενηλικιώθηκε παντρεύτηκε τον Βαγγέλη τον Κατωπόδη ή Καντελή, αδελφό του Πάνου του Μπαρούτα.

Την Λενιώ, την γυναίκα του Θανάση του Κονιδάρη (Δήμαρχου), δε την βρήκαν στο σπίτι της. Ήταν στον γάμο, που παντρεύονταν ο Αντρέας ο Τρύφος (Πολίτης), με την Ανθούλα του Μπελικούκου (Κονιδάρη). Σαν έφτασαν εκεί, ευρίσκονταν στο χορό και χόρευε μπροστά. Ήταν όμορφη, λυγερή και μερακλού και όλοι την καμάρωναν με τις φιγούρες που έκανε. Επέταε δεν εχόρευε, παρά την εξι μηνών εγκυμοσύνη της. Την άφησαν να τελειώσει τον χορό της και έπειτα την φώναξαν και βγήκε. Κάπου παράμερα, ίσως και στο σπίτι της, της είπαν τι είχε γίνει.

Τρείς μήνες αργότερα, στις 17 Ιουλίου του 1928, εγέννησε τον γιό της και του έδωσε το όνομα του πατέρα του, Θανάση.

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΙΣΤΟΡΙΑ
Την παραπάνω ιστορία την πρωτοάκουσα από την μάνα μου, όταν ήμουν σε ηλικία μικρότερη των δέκα χρονών. Την επαναλάμβανε κατά διαστήματα όμως, κυρίως σ’ εμάς, τ’ αγόρια της οικογένειας, λες και ήθελε να μείνει στον νου μας ως κάτι που πρέπει να προσέξουμε, μήπως το αντιμετωπίσουμε κι εμείς στην ζωή μας. Αυτή την εντύπωση εσχημάτισα, ίσως και από την πρώτη φορά που μας την είπε. Μεγαλώνοντας τα κύρια στοιχεία αυτής της ιστορίας, δεν ξέφυγαν ποτέ από τον νου μου.

Τον Χειμώνα του 1971, ευρέθηκα στο αγκυροβόλιο του Νόρφολκ της Βιρτζίνια στην Αμερική, με ένα φορτηγό καράβι 12 00 τόνων περίπου, στο οποίο υπηρετούσα σαν υποπλοίαρχος.

Ήταν σούρουπο όταν είχαμε κλείσει το άνοιγμα ενός αμπαριού με μπουκαπόρτες και προχωρούσαμε στην τοποθέτηση μουσαμάδων από πάνω.

Φύσαγε λιγάκι, όχι πολλά πράγματα όμως και ήταν μόλις είχαμε απλώσει έναν μουσαμά πάνω από το κλειστό πλέον με μπουκαπόρτες άνοιγμα του αμπαριού.

Για να μη τον παίρνει ο αέρας, μέχρι να τον σιγουράρουν οι ναύτες με καμιά ξύλινη σφήνα, ανέβηκα πάνω στο αμπάρι στην προσήνεμη πλευρά και πάτησα επάνω στον μουσαμά, για να τον συγκρατώ με το βάρος του σώματός μου.

Κάποια στιγμή όμως, επέταξε μια σβουλάδα(30) αέρα, άλλο πράγμα, συνοδευόμενη από ένα βουητό λες και πέσαμε ξαφνικά σε φουρτούνα.

Με το που διαισθάνθηκα το πλησίασμά της, ήρθε στον νου μου σαν αστραπή, η ιστορία που μας έλεγε η μάνα μου, για τους ναύτες που «πήρε το πανί από κάτω» στο καίκι του καπτα Γεράσιμου του Γάνια και πνίγηκαν μαζί με το καίκι.

Στη στιγμή, έκανα άλμα από τον μουσαμά που πατούσα, προς στην πλατφόρμα των βιντσιών που ήταν κοντά. Πρέπει να ήταν στον αέρα το σώμα μου, όταν ένοιωσα τον μουσαμά να φεύγει με βία συρτά κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μου. Τον είχε πάρει από τα χέρια των ναυτών και ευτυχώς δεν τον πήγε στην θάλασσα, διότι μέρος του το σφήνωσε ανάμεσα σε κάτι προφυλαχτήρες των βιντσιών και τον υπόλοιπο τον πέταξε στην κουβέρτα του καραβιού. Είπα ένα Θεο-σχωρέστους, τους άμοιρους τους συγχωριανούς μου και στην μάνα μου κι εμζέψαμε τον μουσαμά.

Ο μουσαμάς ενός αμπαριού είναι φκιασμένος από ύφασμα πυκνό, δυνατό και βαρύ, διαστάσεων συνήθως άνω των ογδόντα τετραγωνικών μέτρων. Το βάρος του είναι φορτίο τεσσάρων ανδρών. Αν ένας άνθρωπος για τον όποιο λόγο, βρεθεί περιτυλιγμένος σε μουσαμά την στιγμή που τον παρασέρνει ο αέρας, ακόμη και αν δεν βρεθεί μαζί του στην θάλασσα, η ζωή του θα κινδυνέψει. Συνήθιζα να λέω στα πληρώματα όταν ταξίδευα, κατά την ώρα των γυμνασίων, πως ένας άνθρωπος όταν παγιδευτεί μέσα σε έναν μουσαμά, δεν θα διαφέρει από μία μύγα εγκλωβισμένη μέσα σε μία τσαλακωμένη εφημερίδα που την συμπαρασέρνει ο αέρας.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Κομπλετάρισμα = τελείωμα.
Μικρομποτζαρισιές = μικροδιατοιχισμούς, μικροκουνίματα του σκάφους κατά το εγκάρσιο.
Μικρο-σκαμπανευάσματα = Μικρο-ανεβοκατεβάσματα της πλώρης.
Μπουρίνι = αιφνίδιο ξέσπασμα ισχυρού ανέμου, συχνά μικρής διάρκειας.
Γιέκια = Παράφραση της λέξης οίαξ. Οίαξ, οιέκια, γιέκια. Το δοιάκι όπως το λένε εκτός Μεγανησίου
Μαϊνάρω = Κατεβάζω.
Μαντάρι = Το πολύσπαστο – ο συδυασμός άνω και κάτω τροχαλιών με σκοινί, που προσαρμόζεται στην αντένα του πανιού και με αυτό ανεβοκατεβάζουν το πανί
Ορθοπλωρίζω = Στρέφω την πλώρη του καϊκιού πάνω στον αέρα.
Λαπασάρισμα = Έφυγε η φούρια του καιρού.
Αλαπάντα= Κατά μεριά, όλο στην μία πλευρά.
Ορτσάρω = Στρέφω την πλώρη του πλοίου προς τον καιρό, προς το αέρα.
Κατάπλωρα = Στην πλώρη ακριβώς.
Σγαράρω = Ξεφεύγω
Τσιμαρόλια = Εδώ, το νερό από κορυφές ή κορυφούλες κυμάτων, που χτύπησαν στο σκάφος κυρίως και αφού ξεθύμαναν χτυπούν κάπου με ελαττωμένη δύναμη.
Κοράκι = Η προέκταση πλωριού (προσθίου) μέρους της καρίνας του σκάφους προς τα άνω, που συχνά είναι το υψηλότερο σημείο του κυρίου σκάφους.
Πόμπα = Ο εργάτης ή το βαρούλκο της αγκύρας
Ταμπούκιο = Ξύλινη συνήθως υπερκατασκευή, που σκεπάζει και ασφαλίζει άνοιγμα του καταστρώματος. Ταυτοχρόνως αποτελεί και τόπο διέλευσης από
τον κάτω του καταστρώματος χώρο, στο ίδιο το κατάστρωμα και αντιστρόφως. Συνήθως έχομε το ταμπούκιο της πλώρης και το ταμπούκιο μηχανής. Καμιά φορά και του αμπαριού.
Ντέζω = Μπλέκομαι, μπλέκομαι σε εμπόδιο.
Ξεντεργάρω = Ξεκαθαρίζω, διευθετώ εκκρεμότητες.
Μακαράς = Τροχαλία.
Κόφα = Πλατφόρμα ξύλινη οριζόντια και συνήθως ημικυκλική, κατασκευασμένη σχεδόν στην κορυφή κάθε άλμπουρου. Βοηθάει στην επίβλεψη και συντήρηση των αρμένων του πλοίου. Στο σημείο αυτό στερεώνονται τα ξάρτια του άλμπουρου.
Ράγουλο = Τρόχιλος
Αντρειεύω = Δυναμώνω, γίνομαι ισχυρός.
Έμβολο σκοινιού = Πολλές ίνες σκοινιού στριμμένες μαζί, πάχους του ενός τρίτου ή ενός τετάρτου του όλου πάχους του σκοινιού, ανάλογα των εμβόλων που έχει αυτό, συνήθως τρία ή και τέσσερα.
Παλαμάρι = Σκοινί προσδέσεως, συνήθως λίγο χοντρό, ή και κάβος (σκοινί χοντρό) που ενώνει το πλοίο με την στεριά.
Αβαράρω = Σπρώχνω με τα χέρια ή κάποιο κοντάρι ένα σταθερό αντικείμενο ή κάποιο μεγάλο αντικείμενο, με σκοπό να απομακρυνθεί απ’ αυτό η βάρκα στην οποία είμαι μέσα.
Μπουντέλι = Πάσσαλος ξύλινος ή και σιδερένιος που τον χρησιμοποιούμε για να στερεώσομε κάτι.
Απίκου = Ακριβώς πάνω από κάτι.
Μπουγιέλο = Ο κουβάς.
Σβουλάδα = Ή και σβιλάδα. Απότομη και ισχυρή ριπή ανέμου, σπηλιάδα.
Σκότα
Καργαρισμένη
Σταύρος Γ. Δάγλας

 

Σημείωση του lexikolefkadas.gr

Το κείμενο έφτασε στα χέρια μας μέσω της κας Χαράς Παπαδάτου, στην οποία το έστειλε ο γιος του Χριστόφορoυ Λάζαρη, Βαρθολομαίος Λάζαρης, που υπήρξε και ο ίδιος στο παρελθόν καπετάνιος.

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του αρθρογράφου

Στο γλωσσάρι που το συνοδεύει, οι επεξηγήσεις (31) και (32) δεν υπήρχαν, αν και ως αρίθμηση υπάρχουν στο κείμενο. Για την επεξήγησή τους χρησιμοποιήθηκαν links που οδηγούν στα αντίστοιχα λήμματα στο lexikolefkadas.gr.

Πηγή: Το ναυάγιο του καπετάν Γεράσιμου Κατωπόδη “Γάνια” – Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος . Δείτε την πηγή εδώ : https://lexikolefkadas.gr/blog/to-nayagio-toy-kapta-gerasimoy-katopodi-quot-gania-quo

0 Shares

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Verified by MonsterInsights