Ειδήσεις από και για το Μεγανήσι
19 Ιουνίου 2021

Τι είδους ελευθερία προκύπτει από την τομαριά και τη δειλία;

γράφει ο Κων/νος Μαργέλης

Πριν την έναρξη της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης, την 10η Απριλίου του 1453, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ διέθετε 258.000 στρατιώτες ξηράς και 420 πλοία. Πόσοι ήταν οι υπερασπιστές της Βασιλεύουσας; Περίπου 7.000 άνδρες εκ των οποίων οι 2.000 ξένοι.

Κι όμως, η Πόλη βάσταξε πάνω από ενάμιση μήνα στις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων. Και όχι μόνο. Ο Γεώργιος Φραντζής, ο πρωτοβεστιάριος και στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο «Χρονικό» της άλωσης καταγράφει κάτι το συνταρακτικό. Τη νύχτα της 27ης Μαΐου του 1453, «η θλίψη και η απογοήτευση είχαν καταλάβει το σουλτάνο και το στρατό του. Τους πέρασε η σκέψη να σηκωθούν και να φύγουν την άλλη μέρα λύνοντας την πολιορκία.»

Τι έγινε και δεν έφυγαν; Ο Φραντζής αναφέρει πως οι Τούρκοι «Είδαν όμως πάλι το φως να κατεβαίνει από τον ουρανό το ίδιο βράδυ που προετοιμάζονταν για να αναχωρήσουν. Τη φορά αυτή το φως δεν ‘κάθισε’ πάνω απ’ την Πόλη. Έφυγε αμέσως και σκορπίστηκε μακριά. Ο σουλτάνος και οι σύμβουλοί του χάρηκαν ιδιαίτερα βλέποντας το φαινόμενο και άρχισαν να λένε: ‘Να, που τους εγκατέλειψε ο Θεός’. Οι σοφοί της ισλαμικής πίστης που συνόδευαν το σουλτάνο και όσοι ερμήνευαν την ασεβή και λαθεμένη θρησκεία των Αγαρηνών υποστήριξαν, ότι αυτό το φως φανέρωνε πως η Πόλη θα γινόταν δικιά τους.»

Σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ψυχολογίας του σουλτάνου και στην απόφαση για μη αποχώρηση διαδραμάτισε και ο Σογάν πασάς. Ο οποίος στη συνεδρίαση που έγινε εκείνο το βράδυ έπεισε τον σουλτάνο να διατάξει ολοκληρωτική επίθεση.

Την 28η Μαΐου του 1453, τελέστηκε η τελευταία Θεία Λειτουργία στον Ιερό ναό της Αγίας Σοφίας. Εκεί, ο τελευταίος Ρωμιός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’ Δραγάτσης Παλαιολόγος εκφώνησε έναν συνταρακτικό λόγο. Όσοι τον άκουσαν συγκινήθηκαν. Μέσα σε όσα είπε, αναρωτήθηκε «Ποιο είναι το όφελος αν κάποιος κερδίσει τον κόσμο όλο και χάσει την ψυχή του;». Στο τέλος, ευχαρίστησε το Θεό με δάκρυα και λυγμούς. Βλέποντάς τον οι παραβρισκόμενοι, αναφώνησαν με όλη τους τη δύναμη «Ας πεθάνουμε για την Πίστη του Ιησού Χριστού και την Πατρίδα».

Το μεσημέρι της 29ης Μαΐου του 1453, οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πόλη. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται. Όπως αναφέρει ο Κριτόβουλος «έγινε ότι απεχθέστερο μπορεί να φανταστεί το μυαλό του ανθρώπου.»

Η έκβαση της μάχης κρίθηκε στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Στο σημείο αυτό είχαν συγκεντρώσει τη δύναμη πυρός οι Τούρκοι. Το είχαν σταμπάρει από καιρό ως το αδύναμο σημείο των τειχών της Πόλης. Κατάφεραν και γκρέμισαν τα τείχη με το φοβερό πυροβόλο και την τρομερή ελέπολη. Είχαν προξενήσει ρήγμα κι άλλες φορές κατά τις προηγούμενες μέρες. Αλλά η γενναία αντίδραση των υπερασπιστών και η ταχύτατη επιδιόρθωση των τειχών με συμμετοχή του ίδιου του Κωνσταντίνου, του στρατηγού Ιωάννη Ιουστινιάνη, των στρατιωτών και των γυναικόπαιδων είχαν αποτρέψει το κακό.

Στην αρχή και παρά τη νέα μεγάλη ζημιά, οι υπερασπιστές αντιστέκονταν σθεναρά. Αλλά ο τραυματισμός του Γενουάτη στρατηγού Ιουστινιάνη ήταν καθοριστικός. Οι άνδρες του σοκαρίστηκαν, έχασαν την ψυχραιμία τους και άρχισαν να υποχωρούν. Ήταν εκείνος που έκανε τους Τούρκους να τρέμουν. Λίγο νωρίτερα ο Ιουστινιάνη είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Λουκά Νοταρά, τον επικεφαλής των «ανθενωτικών», χαρακτηρίζοντάς τον προδότη. Ο Νοταράς είχε αρνηθεί να του στείλει τις ενισχύσεις που του είχε ζητήσει. Δεύτερο καθοριστικό γεγονός.

Λέγεται ακόμα, ότι κάποιοι Τούρκοι είχαν ήδη μπει στην Πόλη από την Κερκόπορτα. Το αν μπήκαν και το πώς τη βρήκαν ανοιχτή αποτελούν δύο αναπάντητα ερωτήματα.

Στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού άφησε την τελευταία του πνοή ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Ρωμανίας. Δεν έμεινε κρυμμένος μέσα στα ανάκτορα. Ούτε έδινε διαταγές από μία αίθουσα συνεδριάσεων. Ούτε έφυγε στο «εξωτερικό» ενώ είχε τη δυνατότητα. Πολέμησε εξ αρχής και μέχρις εσχάτων. Λίγο πριν το τέλος του και ενώ είχαν όλα κριθεί, πέταξε και τη βασιλική του χλαμύδα και αγωνιζόταν με απαράμιλλο πείσμα. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος αναφέρει ότι κατά τα τελευταία λεπτά της ζωής του ο μαχόμενος Κωνσταντίνος έβγαλε δύο κραυγές. Πρώτα φώναξε «Η Πόλη κυριεύτηκε κι εγώ ζω ακόμα;» και στη συνέχεια «Δεν υπάρχει κανείς χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;»

Η σωρός του Κωνσταντίνου αναγνωρίστηκε από τις βασιλικές περικνημίδες και τα κόκκινα αυτοκρατορικά πέδιλα με τους χρυσούς αετούς. Ήταν διάτρητη από τα τραύματα. Ο σουλτάνος έδωσε εντολή να τον θάψουν με βασιλικές τιμές όσοι Χριστιανοί είχαν μείνει ζωντανοί.

Η πτώση της Βασιλεύουσας είχε, πρωτίστως, ηθικό υπόβαθρο. Τις τελευταίες δεκαετίες η συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων είχε διαφθαρεί. Η ηθική παρακμή ήταν τεράστια. Οι άρχοντες ήταν βουτηγμένοι στην ίντριγκα, στο ψέμα και στη συκοφαντία. Ενώ ο κίνδυνος των Τούρκων ολοένα και πλησίαζε, κανείς δε νοιαζόταν πραγματικά για τη σωτηρία της Πόλης. Οι λεγόμενοι «ενωτικοί», αποτελούμενοι από την ανώτερη τάξη, επεδίωκαν την υποταγή στον Πάπα, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της ελευθερίας από τους Οθωμανούς. Έψαχναν για έξωθεν βοήθεια από εκείνους που όχι μόνο δεν τους ίδρωνε το αυτί αλλά που ενδόμυχα «αγάλλονταν» με την ιδέα της πτώσης της Πόλης από τους Τούρκους. Οι δε λεγόμενοι «ανθενωτικοί», υποστήριζαν πως η ελευθερία θα διασφαλιζόταν με την υποταγή στο σουλτάνο. Στην πραγματικότητα, όλοι κοίταζαν τα τομάρια τους.

Παρά το έντονο διχαστικό κλίμα, ο Κωνσταντίνος με το παράδειγμά του και με τις πράξεις του, προσπάθησε και κατάφερε να εμπνεύσει και να αφυπνίσει μεγάλο μέρος των πολιτών. Βοηθούσε τους φτωχούς και έδινε χρήματα στο λαό. Έκανε αμέτρητες προσευχές, νηστείες και δεήσεις προς τον Θεό. Παρά τις αντίξοες εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες παραλίγο να σώσει την Πόλη.

Όμως η στάση του και η θυσία του δεν πήγαν χαμένες. Ενέπνευσαν τον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας μας, το 1821. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σε διάλογο που είχε με τον στρατηγό Χάμιλτον του είχε πει ορθά κοφτά: «Εμείς, καπετάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τον Τούρκο. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα.»

Σήμερα, η κοινωνία μας βρίσκεται και πάλι σε μία τεράστια ηθική και πνευματική κατάπτωση. Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε απέναντι σε μία σειρά από κινδύνους, τους οποίους προτιμάμε να κάνουμε πως δε βλέπουμε. Διότι βαλλόμαστε οργανωμένα, όσο ποτέ άλλοτε, στο φρόνημα, στη συνείδηση, στο μυαλό και στη ψυχή μας, από κάποιους για τους οποίους η προσωπικότητα ενός Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν τους αγγίζει. Πιθανότατα την απεχθάνονται κιόλας.

Αλήθεια, έχουμε διερωτηθεί αν η ελευθερία που μας πλασάρεται από εκείνους που ηδονίζονται από την καρέκλα της εξουσίας, που γλείφουν εκεί που έφτυναν, που δε θυσιάζουνε τίποτα αλλά μας ζητάνε θυσίες νταβαντζιλίδικα, που ξυλοκοπούν τους πολίτες, κρύβει, όπως και το 1453, μία υποταγή; Μήπως η ελευθερία που μας «ταΐζουν» είναι πέτσινη;

Είναι δυνατόν από την τομαριά και τη δειλία να προκύπτει πραγματική ελευθερία;

Μαργέλης Κωνσταντίνος

Άγιος Πέτρος, Λευκάδας, 28 Μαΐου 2021

www.eksadaktylos.gr

Πηγές:

«Εάλω η Πόλις», εκδόσεις Βεργίνα

0 Shares

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *