Ειδήσεις από και για το Μεγανήσι
16 Ιουλίου 2019

Η κρίση, η φύση και η λύση (του Γ. Γαβρίλη)

Είχαν περάσει μόλις δύο εβδομάδες από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές. Εκείνο το μεσημέρι Παρασκευής είχαμε αποφασίσει να κάνουμε μια βόλτα με την βάρκα μας στο διπλανό λιμάνι του Πόρου. Είχαμε περάσει  μια αρκετά κουραστική σεζόν  κι αισθανθήκαμε την ανάγκη για απόδραση. Περιμέναμε τον Αλέξανδρο και μόλις γύρισε απ’ το σχολείο, ξεκινήσαμε. Ο καιρός ήταν τέλειος κι η θάλασσα  να την πιεις στο ποτήρι. Περάσαμε τέλεια, τίποτε δεν προμήνυε την συνέχεια.

Είχε σουρουπώσει  πια, όταν επιστρέψαμε  στο σπίτι. Δεν είχαμε βάλλει καλά-καλά το κλειδί στην πόρτα, και το τηλέφωνο χτυπούσε σα  δαιμονισμένο. Έτρεξα και το σήκωσα. Η επιμονή του φανέρωνε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ήταν ο φίλος μου ο Τάκης από την Αθήνα, διευθυντής τραπέζης, μιλούσε γρήγορα κι ακαταλαβίστηκα. Τον διέκοψα βίαια.

«Πες μου Τάκη, είστε  όλοι καλά;»,  ρώτησα.

«Καλά είμαστε, πτωχεύουμε», απαντάει.

«Άνοιξε την τηλεόραση τώρα», μου  λέει «να δεις τι γίνεται, το χρηματιστήριο έκλεισε στο -7%».

Κλείσαμε το τηλέφωνο και σχεδόν ταυτόχρονα άνοιξα την τηλεόραση. Οι ειδήσεις θύμιζαν  αναγγελίες θανάτου. Δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα. Που και που κοίταζα απ’ το παράθυρο να δω αν είχανε μείνει τ’ αστέρια στη  θέση τους! Ο ύπνος ήρθε τα  χαράματα.

Θα ήτανε  εννιά το πρωί όταν ξύπνησα κι άνοιξα τις κουρτίνες. Ένας ολόλαμπρος ήλιος φώτιζε τον μεγανησιώτικο ουρανό. Διψούσα και κατευθύνθηκα στη κουζίνα. Πάνω στο πάγκο βρίσκονταν ένα  2λιτρο μπουκάλι φρέσκο γάλα από τις γίδες και καμμια δεκαριά  αυγά. Οι γάτες κοιμόνταν αγέρωχες στο σαλόνι  πάνω  στο σκύλο κι έξω μπορούσα να βλέπω τα στεφανούρια να πετούν από κλαρί  σε κλαρί. Ντύθηκα και βγήκα ψάχνοντας τα υπόλοιπα  μέλη της οικογένειας. Οι πορτοκαλιές ήταν να σπάσουν,  το ίδιο κι οι μανταρινιές από τον καρπό αλλά κι ελιές  δεν πήγαιναν πίσω. Συνέχισα κι αφού βεβαιώθηκα  περνώντας από  τον κήπο ότι τα μαρούλια, τα  λάχανα, τα ραπανάκια, τα κρεμμυδάκια και τ’ αντίδια μεγαλώνουν κανονικά, συνάντησα πρώτα τον Αλέξανδρο ξαπλωμένο σ’ ένα  λιβάδι από λουλούδια.

«Κοίτα μπαμπά τι όμορφα!»,  μου  λέει. Τόσο όμορφα που μόνο ένα παιδί μπορεί  να καταλάβει, σκέφτομαι. Τον πήρα απ’ το χέρι και μαζί κατευθυνθήκαμε στο κοτέτσι. Εκεί καλημέρισα και την  γυναίκα μου που τάιζε τα κοκόρια καλαμπόκι.

«Τι θα φάμε σήμερα;», με ρωτάει.

«Θα βγάλουμε λίγο κρέας απ’ τα  κατσίκια μας που σφάξαμε και αποθηκεύσαμε στην  κατάψυξη», απαντώ.

«Α! αλήθεια, ξέχασα θα κάνω και μια βόλτα για κανένα χταπόδι και ίσως ρίξω κι  ένα δίχτυ για να φάμε ψάρια αύριο».

Το απόγευμα  μάζεψα ξύλα κι ανάψαμε φωτιά, μαζευτήκαμε γύρω της κι ο Αλέξανδρος πήγε προς την  πλευρά της τηλεόρασης, απροσδόκητα  στη  μέση  της διαδρομής σταματά.

«Δηλαδή  μπαμπά,  αν δεν την  ανοίξω δεν  έχουμε κρίση κι επομένως μπορώ ακόμα να έχω Κinder αυγό!»

Γέλασα με   την  ψυχή  μου  κι έτρεξα να τον  φιλήσω. Χαιρόμουν που ο γιός μου  αισθανόταν σίγουρος και ασφαλής στην αγκαλιά της φύσης. Πάντα είχα την  αγωνία αν  θα  κατανοούσε την επιλογή μας  να ζήσουμε στη φύση. Το βράδυ που έπεσα για ύπνο  έκανα το σταυρό μου  και κοιμήθηκα σαν πουλάκι. Η κρίση για μας είχε κρατήσει  μόνο μια νύχτα.

Γιώργος  Γαβρίλης

0 Shares

Σχετικά άρθρα

Τι σημαίνει η υπαγωγή των ελληνικών ομολόγων σε Αγγλικό δίκαιο; (γράφει ο Κ.Δρακονταειδής)

Αναρωτήθηκε κανείς γιατί οι δανειστές μας, στη συμφωνία ανταλλαγής ομολόγων (PSI), επιδιώκουν πάσει θυσία την εφαρμογή του βρετανικού δικαίου; Αναρωτήθηκε […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *