Ειδήσεις από και για το Μεγανήσι
25 Ιουνίου 2019

“Ταρσανολέξεις”, γέννημα, θρέμμα των ταρσανάδων και των θαλασσών

του Απ. Γατή –

Με αφορμή την ανάρτηση “Πανέμορφα καΐκια οδηγούνται στην πυρά…”

“Οι ταρσανάδες οι αυτοσχέδιοι και τα μικρά καρνάγια είναι από τη φύση τους χώροι μαγικοί, με δικά τους καταδικά τους χρώματα, με εικόνες μοναδικές , με τις μυρωδιές της μπογιάς και του ξύλου αναμεμειγμένες . Μέρος της μαγείας έγκειται και στην ειδική ορολογία, στις λέξεις που εκεί μόνο ακούγονται ,αναπαράγονται από γενιά σε γενιά και χρησιμοποιούνται από λίγους. Εν μέσω καρφωμάτων, πλανιαρίσματος και λοιπών εργασιών με ένα μολύβι πρόχειρα καταγράφω ακούσματα και ιδιωματισμούς μοναδικούς. Όταν απολείπεται το χαρτί η σημειώσεις σε ξύλα και γυαλόχαρτα κρατιούνται , όταν δε η κουβέντα είναι σοβαρή δεν χωρά διακοπή για απορίες και άγνωστες λέξεις, οι διευκρινήσεις δίνονται μόνο όταν οι τόνοι χαλαρώνουν καθώς κάποιες λέξεις είναι πρωτοακούσματα και terra ignotina…”

ακράπι-το μεγάλο μονοκόμματο ξύλο που εφάπτεται της καρίνας
άσος– το λούκι που υπάρχει ανάμεσα σε καρίνα και μαδέρι
αραλίκι-η απόσταση των εδρών ανάμεσα σε νομείς
αντιρίδα– βοηθητικό ξύλο στήριγμα
αρμενιστής-το μέρος του σκαριού πάνω από το τακάδο
απόγωνος-απάγκιος
αθούρα-ομίχλη
ακαθός– κομμάτι ξύλου γωνιακό – ιδ. Λευκάδας

βαριά– μεγάλο και βαρύ τετράγωνο σφυρί που κατά κόρον χρησιμοποιούν οι καραβομαραγκοί

γιαβέτα– τζαβέτα , βίδα
γυαλί κουτούκι– ξύλο που τοποθετείται όπου δεν μπορεί να μπει τακάδο
γυριστό– ξύλο συνήθως της πλώρης ή και της πρύμνης – ανάλογα με το σκαρί- με έντονη κλίση. Συνήθως αναζητείται ξύλο με φυσική κούρμπα.
γαλέτο– τοπικός ιδιωματισμός για το παξιμάδι της τζαβέτας
γαλβάνισμα – γάνωμα της σιδερένιας πρόκας ώστε να μην σκουριάζει

δρύς– ξύλο άσπρο αλλά σκληρό που το προτιμούν οι καραβομαραγκοί. Το τακάδο θα είναι από δρύ
διπλοπέτσωμα, διπλομάδερο– είδος μαδερώματος που συνήθως απαντιέται στην Αγγλία. Τα μαδέρια είναι λεπτότερα απ΄ ότι στο παραδοσιακό πέτσωμα

έδρα– η βάση που σκάβεται στο ακράπι προκειμένου να τοποθετηθούν τα στραβά ευκάλυπτος– ξύλο κόκκινο σκληρό, ιδανικό για στραβόξυλα. Δύσκολα το πιάνει το σαράκι αλλά σκίζει εύκολα και για το λόγο αυτό δεν τοποθετείται στο σκάφος σε μέρη εξωτερικά ή όπου χτυπά ο ήλιος. Καποιοι υποστηρίζουν πως ο ποταμίσιος ο «νεροπιωμένος»  κάνει και για έξω για κουπαστές

ζωνάρι– το ξύλο εκείνο που «ζώνει» το σκαρί. Μπορεί να είναι πρόσθετο εξωτερικά πάνω στο μαδέρι το καλούμενο και ψευτοζώναρο ή μπορεί να είναι και η απόληξη που τακάδου. Σε κάθε περίπτωση εξέχει των μαδεριών. Οι μερακλήδες μπορεί και να το χρωματίζουν η να το βερνικώσουν ξέχωρα και σε άλλη απόχρωση από το υπόλοιπο σκαρί
ζουμπάς– εργαλείο για να μπουν οι πρόκες πιο βαθιά στο μαδέρι
ζουμπάρισμα– η διαδικασία όπου με ζουμπά και βαριά η πρόκα εισχωρεί πιο βαθια στο ξύλο ώστε να μπορέσει στην πρόκα να μπει στόκος και να μην τρέχει με τα χρόνια σκουριά

ιρόκο-αφρικάνικο ξύλο υψηλής αντοχής , με πυκνά νερά , αλλά άροζο και με χαρακτηριστικό κίτρινο- χρυσό χρώμα που με τον καιρό σκουραίνει. Κάνει για πάτωμα , κατάστρωμα κλ.π. Είναι όμως ξύλο ζωντανό για αυτό πρέπει οπωσδήποτε να είναι φουρνισμενο

καρίνα– το πρώτο ξύλο του σκαριού
καδίνα –καδένα – το καμάρι , ξύλο μονοκόμματο με ελαφριά κλίση που ενώνει τα αντικριστά στραβόξυλα των νομέων στο ύψος του καταστρώματος και κάτω ακριβώς από το τακάδο
κοράκι– το ορθό ποδόσταμο της πλώρης, ξύλο που εφάπτεται με μάτιση της καρίνας
κόμπος– το σημείο εκείνο της γάστρας που αλλάζει η κλίση του σκαριού. Ο κόμπος πρέπει να είναι στα ύφαλα, λίγο κάτω από την ίσαλο γραμμή. Το σημείο του κόμπου είναι βασικό και καθορίζει την πλευστότητα και την συμπεριφορά του σκάφους στην θάλασσα. Κόμπος που είναι πολύ χαμηλά κόβει ταχύτητα και αλλάζει την ευστάθεια. Αν ο κόμπος βγει στα έξαλα, απαιτείται σαβούρα
κούρμπα– η κλίση που έχει ένα ξύλο, η γωνία που πρέπει να σχηματίζει
καδινοπνίχτης– το μακρύ ξύλο που ενώνει τα καμάρια μεταξύ τους και συμβάλει στο περαιτέρω δέσιμο του σκάφους
καβαλάρης– το δεύτερο μαδέρι
κόντρακαβαλαρης– το τρίτο μαδέρι
κουφούσι
κάσαρo– το πάνω μέρος της πρύμνης
καπούνι– υπερύψωμα
κούρεμα– η διαδικασία κατά την οποία το πάνω μέρος των στραβόξυλων αποκτά ομοιόμορφο ύψος στην γραμμή της κάτω κουπαστής περίπου
καπάκι– ξύλο που μπαίνει σαν “κούμπωμα” , πρόσωπο για να κλείσει τα κενά
καταφραγή– η σειρά που ακολουθείται στο μαδέρωμα. Το σκαλωτό μάτισμα που προτιμούν κάποιοι καραβομαραγκοί να κάνουν ,αντί να τοποθετήσουν μαδέρι σφήνας
καλαφάτισμα– η διαδικασία στεγανοποίησης, προαπαιτούμενα , καλαφατικό, στουπί και ματσόλα
κούτσα-η γωνία ανάμεσα στους νομείς
καναβέτα-ξύλινο κουτί , μπαούλο
κολτέλο ή κουλτελο ή σπαθίτο δυνατό μέρος του ξύλου που δουλεύει και απορροφά τις ενάντιες δυνάμεις. Η έκφραση: «στο σπαθί κρατά το ξύλο»

λούρος – μαδέρι στα έξαλα του σκαριού

μασταρί-μικρό κομμάτι βοηθητικού ξύλου στην απεικόνιση με σταντζόλα. Συνήθως έχει σχήμα τετράπλευρου ή άλλου πολύγωνου και με την κατάλληλη εφαρμογή απεικονίζει επακριβώς τις γωνίες και τα φάλτσα.
μισοκάδενο– καμάρι που δεν πιάνει μέχρι τον απέναντι νομέα, αλλά έχει μήκος όσο το πλάτος καταστρώματος στην περίπτωση που υπάρχει καφασωτό
μαδέρι– το ξύλο εκείνο που χρησιμοποιείται για πέτσωμα. ιδανικό θεωρούνταν το Σαμιώτικο πευκο
μπουντέλι– ξύλο στήριγμα
μονόστραβο– όταν το δέσιμο γίνεται με μονό νομέα
μπρατσόλι– γωνιακό ξύλο ενίσχυσης του δεσίματος με φυσική κούρμπα
μπαστούνι– το ξύλο που προεκτείνει την πλώρη. Συναντάται με διάφορες κλίσεις
μεσαία τομή– ο νομέας που βρίσκεται στο σημείο όπου το σκάφος έχει το μέγιστο πλάτος (περίπου στην μέση ). Στον κουρσάρο 4 συνεχόμενα στραβά έχουν τις διαστάσεις της μεσαίας τομής
μαουλοπόρτι– τα ορθά γύρω από το αμπάρι
μπατσικάρμι-δέστρα πάνω στον αρμενιστή
μιξός ή μυξός-αυλάκι ανάμεσα στις στραβοξυλιές
μπαένα-καραμοσάλι, σημαδούρα
μπιατέδες-τουρκικά παλιά ξύλινα σκαριά
μαντάλι-το τελευταίο υψηλότερο μέρος των νομέων
μπλανέτα-ταβλάκι που τοποθετείται ανάμεσα στο μαδέρι και το σφίχτη, για να μην τραυματιστεί το ξύλο
μάσκα-το πλωριό πλευρικό μέρος του σκαριού (δεξιά και αριστερή μάσκα). Έκφραση: «Έχουμε τον καιρό στη Μάσκα»

νομέας-οι στραβοξυλιές, το βασικό στήσιμο και δέσιμο του σκάφους που καθορίζει τις αντοχές τους. Στα μικρά ξύλινα αποτελείται από 3 ή 4 μέρη ( τμήματα του στραβού είναι η έδρα, στρώση, το μαντάλι
νήμα-λεπτό νήμα από το πλωρίο στο πρύμνιο ποδόσταμο. Βοηθά στο αλφάδιασμα
νταβίδι– εργαλείο που σε συνδυασμό με τις βίδες-σφίχτες ή μόρσα βοηθά να στρώσουν τα μαδέρια κατά τη διάρκεια του πετσώματος

ορθό– κάθετη κολώνα στήριγμα
ορθόπλωρο-σκαρί με πλώρη περήφανη συνήθως καραβόσκαρο. Έκφραση:  «Είχαμε τον καιρό ορθόπλωρα»

ποδόσταμο– το ορθό ξύλο ίδιας διατομής με την καρίνα που σχηματίζει την πλώρη και την πρύμη
περαδούρι– βοηθητικό ξύλο σαν πρόχειρο καμάρι που ενώνει τα μαντάλια των στραβών και βοηθά στην ευθυγράμμισή τους
παπαδια-είδος πρυμνης
πικερία-το μακρύ κάθετο ξύλο στην κάτω μεριά των καμαριών
παπάς– δέστρα
παβέτσο-απάγκιο

ριπίδι– στραβά τοποθετημένα απευθείας πάνω σε ακράπι δίχως την ύπαρξη έδρας

ρουμπολιά– δίνη ρεύματος νερού
ρότολο– στρογγυλός κύλινδρος πάνω στον οποίο έσερναν βάρκες

σωτρόπισάφραεσωτρόπειο ( εσωτερική τροπίδα). Ξύλο ίδιας συνήθως διατομής με την καρίνα και παράλληλο προς αυτή ,που μπαίνει πάνω από τις έδρες των νομέων και δένει το σκάφος
στραβόστραβοξυλιά ή νομέας – Το βασικό στήσιμο και δέσιμο του σκάφους που καθορίζει τις αντοχές τους. Στα μικρά ξύλινα αποτελείται από 3 ή 4 μέρη ( τμήματα του στραβου είναι η έδρα, στρώση, το μαντάλι).
σόκορο-το σημείο της μάτισης
σταντζόλα– ξύλο βοηθητικό για την απεικόνιση και αποτύπωση του σχήματος του τελικού ξύλου
σάλα– μέρος όπου χαράζονται και αποτυπώνονται τα στραβά
στραγαλιάμακρύ και γερό ξύλο που ενώνει κάθετα τους νομείς από το εσωτερικό τους μέρος. Η πρώτη στραγαλιά εφάπτεται της σάφρας και από κει και πέρα επαφίεται στην κρίση του καραβομαραγκού που και πόσες στραγαλίες θα τοποθετήσει. Πάντως όσο περισσότερες, τόσο πιο καλό το δέσιμο του σκάφους. Η στραγαλία που εφάπτεται με τα καμάρια και τους νομείς και στο εξωτερικό αντίστοιχο ύψος της έχει την τσάπα ονομάζεται καδινοπνίχτης
σκαμνία– χρύσο γερό ξύλο που δυστυχώς δεν βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες
στρώση– μέρος του στραβού
στρίντζο– το πλώριο στεγανό όπου συνήθως είναι η καδένα της αγκύρας

τζαβέτα– η βίδες οι ανοξείδωτες που κατά κόρον χρησιμοποιούνται για να δεθούν τα στραβά
τακάδο ή τρυπητότο πλατύ ξύλο που μπαίνει καπάκι (τρυπημένο) στους νομείς και τους δένει με το άνω μέρος των καμαριών. Στο ύψος του καταστρώματος
τσαπράζι- η έκφραση «αλλάζει το τσαπράζι» λέγεται να για δείξει την εναλλαγή στην σειρά του καρφώματος
ταμπούκι– μικρή υπερκατασκευή στο κατάστρωμα για την είσοδο σε καμπίνες, αμπάρι, στρίντζο κ.λ.π.
τσάπα– το πλατύτερο μαδέρι στο ύψος των καμαριών και κάτω από το τακάδο.
τουρέλο-το πρώτο εφαπτόμενο στην καρίνα μαδέρι
τουφέκι– δένει τα ριπίδια στην πλώρη και την πρύμνη όπου δεν μπορούν να μπουν στραγαλίες
τσαρούχωμα – όταν ένα σκαρί έχει την πλώρη του ασύμμετρα υπερυψωμένη σε σχέση με την πρύμνη. Αντίθετη έκφραση: «Είναι με τα μούτρα»

ύφαλα– το μέρος της γάστρας που είναι μέσα στη θάλασσα η αλλιώς βρεχάμενα ή βαθυκά

φάλτσο-η γωνία που σχηματίζουν εξωτερικά και εσωτερικά τα στραβά. Συνήθως πιο έντονο στην πλώρη και την πρύμνη. Για να βγει στην κορδέλα το φάλτσο απαιτείται μέτρηση και ένα βοηθητικό ξυλάκι-σφήνα που τοποθετείται ανάμεσα στο στραβό και την πλάκα της κορδέλας.
φτελιάκαραγάτσιιδανικό ξύλο για καραβομαραγκούς κυρίως για νομείς
φούρμα– λεπτό και στενό ξύλο που τοποθετείται πλώρα – πρύμνα στα στραβά σε διάφορα ύψη για να δείξει την γραμμή του σκάφους και ενδεχόμενες ατέλειες που απαιτούν είτε πλανιάρισμα είτε σφήνες
φερμενέλα– η θηλια της πόρτας
φουρνιστή-γωνιακό ξύλο σαν μπρατζόλι, πολύ γερό που δένει τις δυο πλευρές της πλώρης εσωτερικά ( και της πρύμνης σε κάποια σκαριά)
φουρμάρισμα – η τοποθέτηση της φούρμας. Απαιτεί καλό μάτι.
φορστέρι-ξύλινο μπαούλο

χνάρι-το ίχνος / σχέδιο του νομέα

ψαροκόκκαλο– είδος πετσώματος

ΠΗΓΗ: xeri.wordpress.com via “ταρσανοιστολόγιο της Στέφης Αρέλη

Η φωτογραφία είναι από το symiphotos.com

1 Shares

Σχετικά άρθρα

1 σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *