Ειδήσεις από και για το Μεγανήσι
23 Ιανουαρίου 2020

Η ελληνική τραγωδία φθάνει στην τελική πράξη της

H αναβολή της εξόδου μετά τις εκλογές του Ιουνίου με μια νέα κυβέρνηση που να δεσμεύεται σε μια παραλλαγή των ίδιων αποτυχημένων πολιτικών (λιτότητα που φέρνει την ύφεση και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις) δεν θα αποκαταστήσει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα.

Η Ελλάδα έχει κολλήσει σε έναν φαύλο κύκλο αφερεγγυότητας, χαμένης ανταγωνιστικότητας, εξωτερικών ελλειμμάτων, και όλο και περισσότερο επιδεινούμενης ύφεσης. Ο μόνος τρόπος να σταματήσει είναι να δρομολογήσει μια ελεγχόμενη χρεοκοπία και έξοδο από το ευρώ, υπό τον συντονισμό και χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου («τρόικα»), που θα ελαχιστοποιούσε παράπλευρες απώλειες για την Ελλάδα και την υπόλοιπη η ευρωζώνη.

ο πρόσφατο πακέτο χρηματοδότησης προς στην Ελλάδα, που επιβλέπεται από την τρόικα, εξασφάλισε για τη χώρα πολύ μικρότερη ελάφρυνση του χρέους από ό, τι χρειάζεται. Αλλά, ακόμη και με πολύ περισσότερες περικοπές του χρέους, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην ανάπτυξη χωρίς την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της και γρήγορα. Και, χωρίς επιστροφή στην ανάπτυξη, το χρέος της δε θα καταστεί βιώσιμο. Αλλά όλες οι επιλογές που οδηγούν σην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας απαιτούν πραγματική υποτίμηση του νομίσματος.

Η πρώτη επιλογή, η απότομη εξασθένηση του ευρώ, είναι μάλλον απίθανη, καθώς η Γερμανία είναι ισχυρή και η ΕΚΤ δεν προωθεί τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Η ταχεία μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα αύξανε την ανάπτυξη της παραγωγικότητας καθ ‘υπέρβαση των μισθών, είναι εξίσου απίθανη. Πήρε στη Γερμανία δέκα χρόνια για να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της με αυτόν τον τρόπο. Η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμείνει σε ύφεση για μια δεκαετία. Ομοίως, ένας ταχύς αποπληθωρισμός τιμών και μισθών, ή αλλιώς «εσωτερική υποτίμηση», θα οδηγούσε σε πέντε χρόνια όλο και βαθύτερης ύφεσης.

Εάν καμία από τις τρεις αυτές επιλογές δεν είναι εφικτή, το μόνο που απομένει είναι η έξοδος από την ευρωζώνη. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και μια μεγάλη υποτίμηση θα αποκαταστήσει γρήγορα την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη.

Φυσικά, η διαδικασία θα είναι τραυματική – και όχι μόνο για την Ελλάδα. Το πιο σημαντικό πρόβλημα θα είναι οι απώλειες κεφαλαίων από τα βασικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ευρωζώνης. Σε μια νύχτα, τα χρέη των Ελληνικών τραπεζών, εταιρειών και δημοσίου σε ευρώ θα έφταναν στα ύψη. Ωστόσο, αυτά τα προβλήματα μπορούν να ξεπεραστούν. Το έκανε η Αργεντινή το 2001, όταν «πεσοποίησε» τα χρέη της σε δολάρια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν κάτι παρόμοιο το 1933, όταν το δολάριο υποτιμήθηκε κατά 69% και εγκατέλειψε τον κανόνα του χρυσού. Μια παρόμοια «δραχμοποίηση» των χρεών σε ευρώ θα ήταν αναγκαία και αναπόφευκτη.

Οι απώλειες των τραπεζών της ευρωζώνης θα είναι διαχειρίσιμες, αν οι τράπεζες είναι σωστά και επιθετικά ανακεφαλοποιημένες. Αποφεύγοντας την κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ωστόσο, μπορεί να απαιτήσει προσωρινά μέτρα, όπως τις τραπεζικές αργίες και τους ελέγχους του κεφαλαίου, για να αποφευχθεί ο πανικός. Η Ελλάδα θα πρέπει επίσης να αναδιαρθρώσει και να μειώσει το δημόσιο χρέος της και πάλι.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα θα ήταν πολύ χαμηλότερο σε ένα σενάριο εξόδου από ότι θα ήταν κατά τη διάρκεια του σκληρού αγώνα του αποπληθωρισμού. Αλλά αυτό είναι μαι ελαττωματική προσέγγιση: ακόμη και με τον αποπληθωρισμό, η πραγματική αγοραστική δύναμη θα μειωθεί, και η πραγματική αξία των χρεών θα αυξηθεί (αποπληθωρισμός του χρέους), στη διάρκεια της πραγματικής απόσβεσης. Η πορεία εξόδου θα αποκαταστήσει την ανάπτυξη αμέσως, μέσω της ονομαστικής και πραγματικής υποτίμησης, αποφεύγοντας μια δεκαετή ύφεση. Και οι εμπορικές απώλειες στην ευρωζώνη από την υποτίμηση της δραχμής θα είναι μικρές, δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιπροσωπεύει μόνο το 2% του ΑΕΠ της ευρωζώνης.

Η επανεισαγωγή της δραχμής θέτει σε κίνδυνο τις αποσβέσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών άνω του τι είναι αναγκαίο για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, οι οποίες θα είναι πληθωριστικές και θα επιβάλλουν μεγαλύτερες απώλειες σε δραχμοποιημένα εξωτερικά χρέη. Για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου αυτού, τα αποθεματικά της τρόικας που σήμερα είναι αφιερωμένα στην ελληνική διάσωση θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τον περιορισμό της υπέρβασης των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Όσοι ισχυρίζονται ότι η η ελληνική έξοδος θα παρασύρει και άλλες χώρες, πλανώνται. Άλλες χώρες της περιφέρειας έχουν ήδη ελληνικού τύπου προβλήματα βιωσιμότητας του χρέους και λανθάνουσα ανταγωνιστικότητα. Η Πορτογαλία, για παράδειγμα, μπορεί να χρειαστεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της και να βγεί από το ευρώ. Τα κράτη με προβλήματα, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, θα χρειαστούν υποστήριξη από την Ευρώπη, ανεξάρτητα από το αν η Ελλάδα βγει από το ευρώ ή όχι.

Οι σημαντικές νέες επίσημες πηγές στήριξης του ΔΝΤ και του ESM – και η ρευστότητα της ΕΚΤ – θα μπορούσαν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για να προστατεύσει αυτές τις χώρες, και τράπεζες εντός της ταραγμένης περιφέρειας της ευρωζώνης. Ανεξάρτητα από το τι θα πράξει η Ελλάδα, οι τράπεζες της ευρωζώνης χρειάζονται άμεσα ανακεφαλοποίηση η οποία απαιτεί ένα νέο πανευρωπαϊκό πρόγραμμα άμεσων εισφορών κεφαλαίου.

Η εμπειρία της Ισλανδίας και πολλών αναδυόμενων αγορών κατά τα τελευταία 20 χρόνια δείχνει ότι η ονομαστική υποτίμηση και η εύρυθμη διαδικασία αναδιάρθρωσης και μείωσης του εξωτερικού χρέους μπορεί να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα του χρέους, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Όπως και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι παράπλευρες απώλειες της εξόδου για την Ελλάδα θα είναι σημαντικές, αλλά μπορεί κανείς να τις διαχειριστεί με επιτυχία.

Μην αμφιβάλλετε: μια ομαλή έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ συνεπάγεται σημαντικά οικονομικά βάρη. Αλλά το να παρακολουθούμε την αργή, άτακτη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας θα ήταν πολύ χειρότερο.

ΠΗΓΗ

0 Shares

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *