Ειδήσεις από και για το Μεγανήσι
28 Σεπτεμβρίου 2020

Μια φάκα για κάθε «νοικοκύρη».

Η ακριβής ετυμολογία της λέξης νοικοκύρης είναι από το εν + οίκος + κύριος και σημαίνει αυτός που διαχειρίζεται τα οικονομικά και όχι μόνο του σπιτιού. Το κράτος αν και εχθρικό εκμεταλλευτικό προς τον πολίτη δημιούργησε πρότυπα συμπεριφοράς μέσα από τους κρατικούς θεσμούς που έχουν και αυτοί τη δύναμη να χειραγωγούν και να διαμορφώνουν αντιλήψεις με αποτέλεσμα ο όρος να καταλήξει να έχει και κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά αυτά του «μικροαστού» που….
κλεισμένος στο καβούκι του κοιτάζει τη δουλειά του και δεν ενδιαφέρεται για ότι γίνεται γύρω του αναζητώντας «ησυχία τάξη και ασφάλεια»
Τώρα ας βρούμε τι σχέση έχουν μεταξύ τους ένα μαγαζί, ένα τζιπ, ένα σπίτι, μία θέση στο δημόσιο, μία δουλειά και οι αποταμιεύσεις.
Ήταν το τυρί για να πιαστεί στη φάκα ο Έλληνας πολίτης και μάλιστα ο νομοταγής, ο νοικοκύρης που λέει ο λαός. Αυτός που κάποτε φοβόταν μην έρθουν οι μπολσεβίκοι και του πάρουν το σπίτι, το μαγαζί, το εξοχικό, το αμάξι. Αυτός που ψήφιζε πάντα ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, ακόμα και χωρίς προσδοκία πελατειακών απολαβών μόνο και μόνο για να έχει την ησυχία του που πίστευε ότι θα του εξασφάλιζαν.
Οι πολλές φάκες στήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια αλλά είχαν αρχίσει να στήνονται πολλά χρόνια πριν απλώς δεν ήταν πολύ ορατές και τις έδειχναν οι οθόνες της τηλεόρασης.
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι όποιο δρόμο και σχέδιο ζωής και να είχε ένας Έλληνας πολίτης στο τέλος του δρόμου υπήρχε μία φάκα. Και από αυτή τη φάκα δεν γλυτώνει κανείς ότι και αν έκανε, όποιο δρόμο και αν ακολουθούσε.
Έτσι η φράση «Μαζί τα φάγαμε» έχει και μια άλλη ερμηνεία για το μέσο Έλληνα που δεν έφαγε και δεν έκλεψε. Και για εκείνον που ποτέ δεν χτύπησε την πόρτα κάποιου πολιτικού γραφείου. Η ερμηνεία αυτή είναι: «Ας πρόσεχες να έτρωγες και εσύ όσο ήταν καιρός, αφού είσαι τόσο βλάκας και δεν έφαγες πλήρωνε τώρα».
Τη φάκα την είδαν πρώτοι οι μαγαζάτορες με τα «αντικειμενικά κριτήρια» της δεκαετίας του 90. Τους ήρθε φόρος μεγαλύτερος από τα κέρδη ως μια πολιτική κλεισίματος με την οποία σήμερα ολοκληρώνεται και η τελευταία πράξη του δράματος.
Τους έλεγαν «σκουπίδια», «φοροφυγάδες» και «δείγματα υπανάπτυξης».
Αλλά πριν χρόνια το μαγαζί είχε γίνει η μοναδική δουλειά για την οποία δεν χρειαζόταν «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων». Και αυτό γιατί πίστευαν ότι ο μικρός επιχειρηματίας θα άλλαζε συνείδηση και θα γινόταν μικροαστός και «νοικοκύρης».
Και ας μην ξεχνάμε ότι η θέση στο δημόσιο έγινε ελκυστική σχετικά πρόσφατα όταν τα πρώτα μικρομάγαζα και βιοτεχνίες άρχισαν να βάζουν λουκέτο και πολλοί ιδιοκτήτες έχασαν τα πάντα και οδηγήθηκαν στον Κορυδαλλό ή στην αυτοκτονία. Τότε το Δημόσιο έγινε όνειρο για το παιδί κάθε «νοικοκύρη» μικροαστού που πρόσφερε τα λίγα αλλά καλά και σίγουρα.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ο χώρος αυτός είναι βαθειά συντηρητικός που διαμορφώνει συνειδήσεις
Μετά πιάστηκαν στη «φάκα» όσοι σακούλιαζαν πιστεύοντας ότι θα γίνουν μια μέρα πλούσιοι.
Οι κάπως μεγαλύτεροι ίσως θυμόσαστε εκείνες τις εκθέσεις στο δημοτικό για την αποταμίευση και το «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι». Έπαθλο για την καλύτερη έκθεση ένας κουμπαράς.
Αποταμίευση: Η πράξη που χαρακτήριζε πάντα έναν καλό και φρόνιμο μικροαστό.
Λιτή ζωή και το σκατό παξιμάδι με σκοπό μια καλύτερη ζωή στο απώτερο μέλλον.
Μόνο που αυτό το απώτερο μέλλον δεν ήρθε ποτέ. Προσπέρασε γιατί του πέταξαν το τυρί του χρηματιστηρίου σαν ευκαιρία να γίνει ο καλός ο νοικοκύρης από μικροαστός κανονικός αστός. Μετά του έπεσε η καπάντζα στο κεφάλι και αντί για αστός έγινε λούμπεν.
Είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη να εργάζεται και με τα χρήματα που κερδίζει να είναι σε θέση να κάνει τον προγραμματισμό της ζωής του όπως εκείνος θέλει. Αυτό είναι θεμελιώδες δικαίωμα που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να είναι πραγματικά ελεύθερος. Γιατί δημοκρατία και Ελευθερία δεν είναι μόνο ελευθερία λόγου, ούτε ελευθερία να ψηφίζεις κάθε 4 χρόνια. Είναι πρωτίστως ελευθερία πράξης.
Στο ελληνικό κράτος η υποτυπώδης ελευθερία πράξης του παρελθόντος ποινικοποιείται και τιμωρείται αναδρομικά με το παιδαριώδες επιχείρημα ότι «καλοπεράσαμε» και δεν το αξίζαμε και τώρα τα κεφάλια μέσα.
Αλλά και αυτοί που δεν καλοπέρασαν και αποταμίευαν με χίλιες στερήσεις επίσης τιμωρήθηκαν με τη «φάκα» του χρηματιστηρίου.
Οι μεν κατηγορούσαν τους δε. Οι μεν ήταν τσιγκούνηδες, μίζεροι που σακουλιάζουν οι δε σπάταλοι, φιγουρατζήδες, απερίσκεπτοι. Τελικά όλοι βρέθηκαν παρέα στην ίδια φάκα τσιμπώντας όμως διαφορετικό τύπο τυριού ο καθένας.
Και ερχόμαστε στα Τζιπάκια τα δίλιτρα που είναι και το πιο πρόσφατο τυρί που μοσχομύριζε το άτιμο και στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί ούτε το πιο έξυπνο «ποντικάκι». 20.000 Ευρωπουλάκια σε 80 δόσεις ίσως και περισσότερες με μικρό επιτόκιο. Και μάλιστα χωρίς τεκμήρια και με χιλιάρικο για απόσυρση του παλιού σαράβαλου.
Ο νομοταγής νοικοκύρης βρέθηκε πάλι σε δίλημμα. Με το σαράβαλο ρύπαινε το περιβάλλον κατέστρεφε τον πλανήτη με εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Θα του έβαζαν πρόστιμα τσουχτερά για εκπομπές καυσαερίων και οι επισκευές θα στοίχιζαν περισσότερο από τις δόσεις για αγορά του αυτοκινήτου των ονείρων του που το έβλεπε επί χρόνια να περνά από δίπολα του και ξερογλυφόταν.
Έτσι τσίμπησε το τυρί και πάει και αυτός στη φάκα.

Και σήμερα φθάνουμε στο αποκορύφωμα του παραλογισμού.
Είπαν λέει ότι αν είσαι δημόσιος υπάλληλος μπορείς να αναγνωρίσεις τα χρόνια του στρατού, των σπουδών, των παιδιών ως συντάξιμα. Με το αζημίωτο. Παίρνεις δηλαδή 10.000 Ευρώ δάνειο τους τα ακουμπάς για να βγείς γρηγορότερα στη σύνταξη και να θεμελιώσεις δηλαδή δικαίωμα. Και να την η φάκα. Θεμελίωση δικαιώματος σημαίνει ένα βήμα κοντά στην εφεδρεία. Και με χρέος.

Πρώτα σε βάζουν στο χέρι και μετά τρως κλωτσιά.

Και δεν είναι μόνο για δημοσίους υπαλλήλους. Είναι για όλους. Για τον καθένα υπάρχει πάντα ένα τυρί και μετά έρχεται η φάκα.

Αλλά ποτέ ο κάθε νοικοκύρης δεν αντιλήφθηκε ότι το κράτος βλέπει τον πολίτη σαν ποντικό και στήνει φάκες με τυράκια. Ούτε τώρα που τον προσβάλλουν μέσα στα μούτρα και τον κατηγορούν ακριβώς για την ιδιότητά του ως «νοικοκύρη». Η σημασία της ελευθερίας πράξης και διαχείρισης τα του οίκου έφυγε και έμεινε μόνο η σημασία του «μικροαστού».

Όσο ο μικροαστός φτωχαίνει γίνεται όλο και πιό χειραγωγήσιμος.

Έτσι ο νοικοκύρης – μικροαστός εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένος σε μία βαθειά συντηρητική μαζοχιστική νοοτροπία και νιώθει ενοχές για ότι έκανε ή ήταν στο παρελθόν. Για τις λίγες όμορφες στιγμές που πέρασε νοιώθει ένοχος ότι έριξε έξω το κράτος και τώρα πιστεύει ακόμα ότι ήρθαν αυτοί, οι αυστηροί για να τους βάλουν σε τάξη.
Κατηγορεί τους άλλους και στρέφεται η μία ομάδα ενάντια στην άλλη.
Η κάθε επαγγελματική ομάδα ενάντια στην άλλη. Οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ενάντια στους δημόσιους υπαλλήλους
Η κάθε ομάδα που διάλεξε συγκεκριμένο τρόπο και στάση ζωής όπως για παράδειγμα οι “τσιγκούνηδες” οικονόμοι ή “σφιχτοί”ενάντια στους άλλους που ακολούθησαν άλλο δρόμο και ήθελαν τζιπάκι ή ταξίδια ή ταβέρνες.
Αλλά σε όποια επαγγελματική ομάδα και αν ανήκεις
Όποιον τρόπο ζωής και αν ακολουθήσεις
Πάντα θα υπάρχει μία φάκα κομμένη ραμμένη στα μέτρα σου.
Η συνειδητοποίηση ότι είμαστε άνθρωποι και όχι ποντίκια είναι ο μισός δρόμος για την απελευθέρωση.
Ό άλλος μισός είναι η αντίσταση ή αλληλεγγύη και η ανυπακοή. Και προπαντός μακρυά από πράξεις, σκέψεις και λόγια που παραπέμπουν σε κοινωνικό κανιβαλισμό.

doctormarkon.

ΠΗΓΗ:http://ksipnistere.blogspot.com/2011/10/blog-post_309.html

0 Shares

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *