Όπως και τώρα, που είναι δίσεκτοι οι καιροί…(του Γιάννη Γαρύφαλλου)

Ο Lluis Llach, ο σπουδαίος Καταλανός τραγουδοποιός, έγραψε το 1968 το τραγούδι “L’ Estaca” («Ο Πάσσαλος»). Σε αυτό περιέγραφε τον ήδη σάπιο πάσσαλο στον οποίο είμαστε όλοι δεμένοι και τον οποίο έπρεπε  να ρίξουμε κάτω, δουλεύοντας όλοι μαζί, για να ελευθερωθούμε. Μέσα από ένα μείγμα μελαγχολίας και αγωνιστικής αισιοδοξίας, ο Llach συνεχίζει την αφήγησή του λέγοντας ότι τα χέρια των αγωνιστών γεράζουν και σκελετώνονται, ενώ ο πάσσαλος όλο και φαρδαίνει. Παρ’ όλα αυτά καταλήγει στο περίφημο ρεφρέν:

«Αν εσύ τραβήξεις γερά από εδώ,

και εγώ τραβήξω γερά από εκεί,

σίγουρα θα πέσει, θα πέσει, θα πέσει,

και θα μπορούμε να ελευθερωθούμε».

Ο Llach έγραφε φυσικά στο πλαίσιο της πολυετούς δικτατορίας του Franco στην Ισπανία, αλλά δεν είναι δύσκολο να δούμε τη διττή αναλογία με τη σημερινή εποχή. Η χώρα είναι δέσμια των δανειστών της. Η Αριστερά είναι δέσμια του τρίτου μνημονίου.

Ένας πολύ αγαπητός συνομιλητής μου παρατήρησε πρόσφατα, με μεγάλη οξυδέρκεια, ότι η Αριστερά εκτέθηκε και μάλιστα από θέση ισχύος. Θα προσέθετα ότι η Αριστερά εκτέθηκε στην εξουσία μετά από δική της απόφαση και ύστερα εκτέθηκε από την εξουσία χωρίς τη δική της απόφαση. Οι σύντροφοι της «ηγετικής ομάδας» (δε βρίσκω καλύτερο τρόπο να τους περιγράψω) ερμήνευσαν τη βούληση τόσο των μελών του κόμματος όσο και ολόκληρου του ελληνικού λαού με έναν τρόπο που προκαλεί -τουλάχιστον- προβληματισμό. Δυστυχώς χρησιμοποίησαν επιχειρήματα αλλά και ανθρώπους τα οποία και τους οποίους αποκρούαμε -με επιτυχία, κατά τη γνώμη μου- τα τελευταία πέντε χρόνια. Μετέτρεψαν το μεγάλο «ΌΧΙ» σε ένα απλοϊκό «ΝΑΙ ΣΕ ΟΛΑ» μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Κάτω φυσικά από το βάρος ενός απίστευτα στυγνού και κυνικού εκβιασμού. Αλλά αυτό το ξέραμε ήδη. Σε ένα τέτοιο στυγνό και κυνικό εκβιασμό απαντήσαμε «΄ΟΧΙ», με γνώση και με τόλμη, με μυαλό και με καρδιά, όπως ακριβώς μας προέτρεπε ο σύντροφος Αλέξης Τσίπρας πριν από το δημοψήφισμα. Σε έναν τέτοιο στυγνό και κυνικό εκβιασμό θα απαντούσαμε «ΌΧΙ» οποιαδήποτε στιγμή και θα το κάνουμε.

Αντ’ αυτού, κληθήκαμε να γίνουμε απολογητές, για χάρη της μάλλον επίπλαστης ενότητας της Αριστεράς, για χάρη της μάλλον αμφίβολης επιβίωσης της χώρας. Να οικειοποιηθούμε τα επιχειρήματα απέναντι στα οποία στεκόμασταν τόσο καιρό. «Δεν υπάρχει εναλλακτική», «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε», «Ή μνημόνιο ή Χάος».

Για να μιλήσει κανείς για εναλλακτική λύση όμως, πρέπει να υπάρχει η πρώτη λύση. Και για μένα, το τρίτο μνημόνιο δεν αποτελεί καν λύση. Δεν είναι δηλαδή μόνο ηθικά απαράδεκτο, είναι και οικονομοτεχνικά μη βιώσιμο Θα εκτοξεύσει το χρέος στο 220% του ΑΕΠ, θα προκαλέσει περαιτέρω οικονομική ύφεση, θα μας στερήσει τα εθνικά περιουσιακά στοιχεία και θα ολοκληρώσει την κοινωνική αποδόμηση. Και σε τρία χρόνια απλώς θα κάνει αναγκαία τη σύναψη ενός Τέταρτου Μνημονίου για να συνεχιστεί ο φαύλος κύκλος δανεισμού και υποταγής.. Αυτό για πολύ καιρό ήταν απλά μη αποδεκτό από το ΣΥΡΙΖΑ, τα μέλη του και τα συλλογικά του όργανα.

Στην ακροτελεύτια παράγραφο του «Προοιμίου» του Καταστατικού του ΣΥΡΙΖΑ το οποίο ψηφίστηκε τον μακρινό Ιούλιο του 2013 αναφέρεται ότι « [ο] κεντρικός στόχος που θέτει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η ανατροπή της κυριαρχίας των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, των δυνάμεων της κοινωνικής καταστροφής, είναι η ανάδειξη μιας κυβέρνησης της συμπαραταγμένης Αριστεράς, στηριγμένης σε μια πλατιά κοινωνική συμμαχία».

Δεν έχει λοιπόν καμία διαφορά η κυβέρνηση της Αριστεράς με τις προηγούμενες κυβερνήσεις; Δεν έχει καμία αξία να παραμείνει μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για να προσπαθήσει το καλύτερο δυνατό για τις άγρια πληττόμενες ασθενέστερες τάξεις της ελληνικής κοινωνίας; Φυσικά και έχει, κατ’ αρχήν και εξ ορισμού. Μόνο που, κατά τη γνώμη μου, μέσα στα συγκεκριμένα ασφυκτικά πλαίσια του οικονομικού και πολιτικού στραγγαλισμού, τα περιθώρια ελιγμών είναι πολύ μικρά. Είναι τόσο μικρά που δεν αξίζει να χάσει η αριστερά το ηθικό της πλεονέκτημα, υποτασσόμενη πλήρως στις επιταγές του μνημονίου.

Και σίγουρα δεν αξίζει να βλέπουμε τα πρωτοπαλίκαρα του Κώστα Σημίτη να κερδίζουν ολοένα και περισσότερα παιχνίδια εξουσίας μέσα στην κυβέρνηση. Δεν αξίζει να ανεχόμαστε υπουργούς που νουθετούν το σύντροφο Αλέξη Τσίπρα να παρατήσει τους Αριστερούς και να κυβερνήσει με τους Σοσιαλιστές και τους Σοσιαλδημοκράτες (Ποιοι είναι αυτοί άραγε?) Δεν αξίζει να πέσουμε με τα μούτρα όχι στο ρεαλισμό αλλά τον κυνισμό (όπως μας προέτρεπαν διάφοροι σύντροφοι ήδη πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου). Κι αυτό επειδή συνεχίζω να πιστεύω ότι ο κόσμος δεν  προχώρησε ποτέ μπροστά με τους κυνικούς διαχειριστές αλλά με τους ονειροπόλους αγωνιστές.

Η συντροφικότητα την οποία, περιέργως πως, όλες οι πλευρές επικαλούνται για το δικό τους συμφέρον (ενώ ο συντροφικός κανιβαλισμός και η ανθρωποφαγία θριαμβεύουν), δεν πλάθεται μέσα σε όργανα που σπάνια συνεδριάζουν, ποτέ δεν συζητούν ουσιαστικά και τίποτα δεν αποφασίζουν. Δε διαμορφώνεται σε συνέδρια κατόπιν εορτής και άνευ λόγου. Δεν είναι η ομοιομορφία και η υποταγή, αλλά η συνεργασία στον αγώνα, σε ένα αγώνα παντοτινό που έχει σκοπό αλλά δεν έχει τέλος. Με μικρές ή μεγαλύτερες ήττες και νίκες, με κεκτημένα που αποκτώνται με τρόπο σκληρό και διατηρούνται με τρόπο ακόμη σκληρότερο.

Το 1978, ο Πάνος Φαλάρας γράφει ελληνικούς στίχους για το τραγούδι του Lluis Llach και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμηνεύει το πολύ γνωστό «Τώρα, Τώρα». Το ρεφρέν του ξεπερνά κάθε υπάρχουσα συνθηματολογία και αποτελεί το καλύτερο κλείσιμο:

«Όπως και να ‘ναι τούτη η γη,

Θα ‘μαι στην πρώτη τη γραμμή,

Όπως και τώρα, τώρα, τώρα,

Που είναι δίσεκτοι οι καιροί».

 

Γιάννης Γαρύφαλλος

Ιστορικός των επιστημών και της τεχνολογίας

Λευκάδα, Δεκαπενταύγουστος 2015

1 Comment

  1. Ο/Η MEGANISI NEWS λέει:

    Γιάννη φίλε , άστα να καίγονται!

    Από δώ τραβάγαμε ,από κει τραβάγαμε το παλούκι,στο τέλος δυστυχώς πάνω καθίσαμε αντί να το ρίξουμε!

    Και ξέρεις κάτι ρε Γιάννη, αν και σάπιο το γ@μημένο τσούζει και πονάει περισσότερο, γιατί το βαφτίσαμε κι αριστερό συν της άλλοις!

Leave a Comment