Τα πλανητικά μνημόνια

Η πρόκληση των δανειστών, η συγκυρία της διαπραγμάτευσης και ρόλος της ελληνικής παρωνυχίδας στους οικουμενικούς σχεδιασμούς της καπιταλιστικής «Διεθνούς»

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

«Η ψευδαίσθηση ότι αρκεί η πολιτική αλλαγή για την αντιμετώπιση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος διελύθη στην κυριολεξία. Με άλλα λόγια ο μεταπολιτευτικός πολιτικός κύκλος ολοκληρώθηκε». Αυτά συνέβησαν την περασμένη Πέμπτη, σύμφωνα με αρθρογράφο κορυφαίου συστημικού ΜΜΕ, όταν αποκαλύφθηκε η πρόταση-τελεσίγραφο των δανειστών. Παρ’ ότι ο μεταπολιτευτικός κύκλος έχει κλείσει δεκάδες φορές την τελευταία δεκαετία, ώστε να δώσουμε βάση σε μια ακόμη προαναγγελία του τέλους του, το πρώτο σκέλος της παρατήρησης είναι ακριβές. Η πολιτική αλλαγή της 25ης Γενάρη δεν ήταν η μόνη αναγκαία και ικανή συνθήκη εξόδου από την κρίση. Και υποθέτουμε ότι ακόμη και οι πρωταγωνιστές της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές δεν είχαν την ψευδαίσθηση ότι αρκούσε. Ωστόσο, η μακρά επανάπαυση στη λογική της ανάθεσης έχει αυτήν την καθοριστική παρενέργεια: Καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα, τώρα που θεωρείται ξανά αναγκαίος. Ακόμη υπό το «αίσθημα πατριωτικής ευθύνης» που επικαλέστηκε χθες ο πρωθυπουργός στη Βουλή.

Παλινόρθωση της Τρόικας

Η τακτική της πολιτικής και κοινωνικής εξουθένωσης είναι σταθερό στοιχείο της «μηχανικής» που ακολουθούν εδώ και πέντε χρόνια δανειστές στο ολοκληρωτικό πείραμα το οποίο εφαρμόζουν στην Ελλάδα. Και επαναλήφθηκε με το τελευταίο χτύπημα της Τρόικας, που επανήλθε δριμύτερη, χωρίς την καθωσπρέπει περιβολή των θεσμών, με προφανή στόχο να ωθήσει την ελληνική κοινωνία ένα μέτρο πιο μέσα στον βάλτο της μοιρολατρίας και της TINA (There Is No Alternative). Την περασμένη Πέμπτη, έπειτα από 3 μήνες συζητήσεων και παλινωδιών, οι δανειστές εμφάνισαν ως βάση συζήτησης το Μνημόνιο στην τελευταία και πιο θανατηφόρα δόση του. Κι αυτό παρ’ ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε διαρρεύσει τη δική της πρόταση, με σημαντικότατες υποχωρήσεις από το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, ακόμη και από εμβληματικές δεσμεύσεις όπως οι ιδιωτικοποιήσεις. «Σοκ», «δυσάρεστη έκπληξη», «πρόταση ρήξης», «στην τελική για το GRexit» ήταν μερικές από τις φράσεις με τις οποίες έγινε δεκτή η πρόταση των δανειστών εντός και εκτός Ελλάδας. Κι οι φράσεις συνοδεύτηκαν από την απορία: πού το πάνε;
Υπάρχουν δυο επίπεδα στα οποία πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση. Το ένα αφορά τη συγκυρία της διαπραγμάτευσης. Το δεύτερο αφορά τη μεγάλη εικόνα, την μακρόπνοη στρατηγική των δανειστών.

Από το «σοκ» στο «τρικ»

Ας αρχίσουμε με τη συγκυρία.
Η πρόταση-σοκ των δανειστών αποτελεί ένα ακατέργαστο, παλιομοδίτικο τρικ που αποσκοπεί στην απόσπαση μεγαλύτερων υποχωρήσεων από την κυβέρνηση και, κυρίως, στην πολιτική αποδοχή τους από τη λαϊκή και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δημοσκοπήσεις εκ του προχείρου εμφανίστηκαν ταυτόχρονα με τη γνωστοποίηση του σχεδίου Γιούνκερ, με το 50% των ερωτώμενων να ζητάει «πάση θυσία συμφωνία».
Στην πραγματικότητα, η συγχώνευση των δόσεων προς το ΔΝΤ, στην ουσία καθ’ υπόδειξη του ίδιου του Ταμείου και χωρίς να προκαλέσει κανένα «πιστωτικό γεγονός», επεκτείνει τον ορίζοντα της διαπραγμάτευσης για τουλάχιστον δύο εβδομάδες ακόμη. Στο χρονοδιάγραμμα αυτό θα δούμε πιθανότατα κι άλλα επεισόδια προσεγγίσεων και συγκρούσεων, αλλά και εναλλακτικών σχεδίων. Όπως το σενάριο νέας παράτασης του ισχύοντος προγράμματος μέχρι το φθινόπωρο, που είδε το φως της δημοσιότητας. Υπενθυμίζουμε ότι αυτή περίπου ήταν η βάση του αρχικού σχεδίου Γιούνκερ που είχε διαρρεύσει πριν από δυο εβδομάδες: ενδιάμεση συμφωνία τώρα, μερική απελευθέρωση της χρηματοδότησης και οριστική συμφωνία για το χρέος και τα πιο ακανθώδη σημεία της διαπραγμάτευσης το φθινόπωρο. Τίποτε δεν αποκλείει το σχέδιο αυτό ή παραλλαγή του να επανέλθει στο προσκήνιο.
Στο εσωτερικό μέτωπο, η εξέλιξη δίνει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να κινηθεί σε δυο κατευθύνσεις: πρώτον, να φέρει τα κόμματα της αντιπολίτευσης σε αμηχανία ενώπιον μιας πρότασης – των δανειστών- που κανείς δεν τολμά να υπερασπιστεί. Αυτό έγινε προφανές την Παρασκευή στη Βουλή. Δεύτερον, να επιτύχει τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στην υποστήριξη ή ανοχή της κυβερνητικής πρότασης, παρά τις μείζονες αντιδράσεις που είχαν προκαλέσει πολλά στοιχεία της. Αυτό ήταν και το νόημα της πρωθυπουργικής διακήρυξης ότι η κυβερνητική πρόταση είναι η «μόνη και ενιαία βάση διαπραγμάτευσης».
Τέλος, το ισοζύγιο των εξελίξεων αφήνει ανοικτό και ένα παράθυρο προς εκλογές, ως τελευταία βαλβίδα εκτόνωσης της κρίσης. Ωστόσο, σε περίπτωση που οι δανειστές αφήσουν τα πράγματα να εξελιχθούν ως εκεί, η επιλογή της κάλπης φέρνει την κυβέρνηση προ ενός ερωτήματος: τι θα ορίσει ως διακύβευμα νέων εκλογών, πέρα από την απόρριψη της πρότασης των δανειστών; Θα περιγράψει με σαφήνεια τις εναλλακτικές λύσεις που προτείνει, αν οι δανειστές παραμείνουν αδιάλλακτοι;

Τα πλανητικά μνημόνια

Αυτά όσον αφορά τη συγκυρία. Αλλά, όπως είπαμε, υπάρχει η μεγάλη εικόνα, που τείνει να χαθεί πίσω από την υπερπληροφόρηση για την ελληνική κρίση, αν και η τελευταία είναι η καθοριστική λεπτομέρεια της πρώτης. Η σύνθεση της μεγάλης εικόνας είναι απαραίτητη για να αντιληφθούμε γιατί είναι τόσο ζωτική η έκβαση της ελληνικής περιπέτειας για τον Ομπάμα, την Λαγκάρντ, τον Ντράγκι, τη Μέρκελ ή τον Πούτιν. Ας δούμε μερικά στοιχεία της:
Το Σαββατοκύριακο, στην κωμόπολη Κρουν της Βαυαρίας, πραγματοποιείται η σύνοδος του G7, εν μέσω προειδοποιήσεων για νέα επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και ασυνήθιστων εκκλήσεων του ΔΝΤ προς τη FED να καθυστερήσει όσο γίνεται περισσότερο την προαναγγελθείσα αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων. Ψηλά στην ατζέντα του G7 βρίσκεται η ουκρανική κρίση και η απομόνωση της Ρωσίας. Και υπό το πρίσμα τους πρέπει να γίνει αντιληπτή τόσο η άγαρμπη παρέμβαση του Άμος Χόχστάιν (Στέιτ Ντιπάρτμεντ) κατά της διέλευσης του ρωσικού αερίου από την Ελλάδα (Greek Stream), όσο και η τηλεφωνική επικοινωνία Πούτιν – Τσίπρα την Παρασκευή, ενόψει της νέας επίσκεψης του Έλληνα πρωθυπουργού στη Ρωσία.
Πέραν του ουκρανικού, το G7 θα ασχοληθεί με την ενεργοποίηση της TTP- Trans Pacific Partnership (εμπορική συμφωνία χωρών του Ειρηνικού- και με τη δίδυμη αδελφή της, την TTIP (Διατλαντική Συμφωνία Επενδύσεων και Εμπορίου), την ολοκλήρωση της οποίας εντός του έτους ΗΠΑ και Ε.Ε. επιθυμούν διακαώς. Για την τελευταία, που προκαλεί έντονες αντιδράσεις ακόμη και μεταξύ κυβερνήσεων της Ε.Ε., επιδιώκεται να πάρει ένα πρώτο πράσινο φως από το Ευρωκοινουβούλιο την προσεχή Τετάρτη. Οι συμφωνίες αυτές, μαζί με άλλες μικρότερης εμβέλειας, συνθέτουν ένα πλανητικό σύστημα ολοκληρωτικού καπιταλισμού των πολυεθνικών και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που παρακάμπτει εθνικά και διακρατικά δίκαια, με κορυφαίο θεσμό το ISDS, ήτοι την αναγνώριση του «δικαιώματος» των επενδυτών να ενάγουν κράτη. Ωστόσο, η προώθησή τους περνά αναγκαστικά και από το πολύπλοκο θεσμικό όχημα της Ε.Ε.
Τέλος, στις 25-26 του μηνός, η ίδια περίπου ατζέντα θα απασχολήσει τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., αλλά με την προσθήκη του εξαιρετικά ακανθώδους θέματος της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης. Οι υπουργοί Οικονομίας Γερμανίας και Γαλλίας παρουσίασαν ήδη πακέτο προτάσεων για κοινή οικονομική-δημοσιονομική αρχή της Ευρωζώνης. Μπορεί οι προτάσεις να μην φτάνουν το «όραμα» των Σόιμπλε- Γιούνκερ- Ντράγκι για κοινή διακυβέρνηση, κοινό προϋπολογισμό και κοινό κοινοβούλιο, αλλά σε κάθε περίπτωση επιδιώκουν να καταστήσουν πρωταρχικό δίκαιο της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης τα πανευρωπαϊκά μνημόνια, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και το Σύμφωνο για το ευρώ+. Ήτοι, να τα ενσωματώσουν στις ευρωπαϊκές συνθήκες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις εθνικές κυριαρχίες. Παραδόξως, η γερμανική ηγεσία αντιμετωπίζει ως απροσδόκητο σύμμαχο στο σχέδιό της για ελεγχόμενη και συμβατή με τα γερμανικά συμφέροντα ολοκλήρωση της Ευρωζώνης, τον Κάμερον και την «απειλή» του Brexit. Η Μέρκελ, στην προοπτική του βρετανικού δημοψηφίσματος, δήλωσε έτοιμη να συζητήσει αναθεώρηση των Συνθηκών, στη λογική της Ευρώπης των διαφορετικών ταχυτήτων. Κι αν η δυνατότητα αυτή για τη Βρετανία θα μεταφραστεί σε μια προνομιακή και αλά καρτ σχέση, για τους παρίες της Ε.Ε. και του ευρώ είναι προφανές ότι θα εξελιχθεί σε αιώνια φυλακή δημοσιονομικής λιτότητας.
Σ’ όλον αυτό τον σχεδιασμό οικουμενικής διακυβέρνησης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, η ελληνική εκκρεμότητα παραμένει μια ενοχλητική παρωνυχίδα. Αλλά με όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε αληθινή γάγγραινα. Μια σωστή σύνθεση της μεγάλης αλλά και τόσο εύθραυστης εικόνας καταδεικνύει τις δυνατότητες που έχει ακόμη και σήμερα η κυβέρνηση να έχει καταλυτική, ριζοσπαστική επίδραση στις εξελίξεις. Παραδόξως, ακόμη και στη χειρότερη φάση της, όπως συνέβη τον Ιούνιο του 2011, η Ελλάδα παραμένει υπερδύναμη της κρίσης. Αρκεί να χρησιμοποιήσει τα υπερόπλα της.

Πηγή: «Δρόμος της Αριστεράς», 6/6/2015

via   aristerovima.com

Leave a Comment