Λαμπρή με παιδικές αναμνήσεις από το νησί μου……..

Πάσχα.
Ομορφα παιδικά χρόνια στο Μεγανήσι τέτοιες μέρες με πολλούς συγγενείς πολλούς φίλους γονείς αδέλφια ένα χωριό μια οικογένεια. Χρόνια που τούτες τις μέρες μοσχομύριζαν τα κρίνα τα μαυρολούλουδα ο ανιχάκης και ο δεντρολίβανος.

του  Γιάννη  Ζαβιτσάνου

Με αυτά στολίζαμε το μικρό ταλαιπωρημένο καλάθι της μάνας που το είχε εργαλείο δουλειάς στο τσαπί και το λιομάζεμα..Με πόση χαρά βγαίναμε στους δρόμους να πούμε τα πάθη και με χαρά μετράγαμε τις πενταροδεκάρες που μαζέύαμε.Καιρό πριν κάναμε τόσα και τόσα σχέδια.Ο επιτάφιος δεν στολίζονταν τα μεσάνυχτα, ούτε περιμέναμε μποκέδες από ανθοπωλεία.Τα κορίτσια του χωριού σαν τα κρύα νερά ντροπαλά ευγενικά καλοσυνάτα τον στόλιζαν με ότι απλόχερα είχε ετοιμάσει για τον επιτάφιο η Μεγανησιώτικη φύση.Και μοσχομύριζαν και γέμιζε η εκκλησιά μας με αρώματα.

Να θυμηθώ τους φίλους συμμαθητές και συμμαθήτριες με τον δασκαλό μας τον θείο μου τον Τάκη τον Αργύρη μια μεγάλη εκπαιδευτική φυσιογνωμία εκείνης της εποχής για όσους μπορούσαν να καταλάβουν κάτι περισσότερο από την κοινωνική μιζέρια της εποχής,όλοι λοιπόν εμείς είμαστε το δεξί και αριστερό ψαλτήρι όπως συνηθίζεται να ονομάζουν στους ναούς των μεγαλουπόλεων. Και άκουγες την ζωή εν τάφω από αγγελικές φωνές ,φωνούλες πουλιών έτοιμα να πετάξουν στο τρεμάμενο φως από τις πολυκαιρισμένες λαμπάδες της εκκλησιάς.Και γινόταν η περιφορά του επιτάφιου στο χωριό μας με φακούς και λαμπάδες σε θεοσκότεινους χωμάτινους δρόμους. Και ήταν τόσο ζεστά τόσο όμορφα. Η εκκλησιά γεμάτη δίχως φανταχτερά στολίδια φτωχικά και ταπεινά στολισμένη όπως ταιριάζει σαν οίκος του Χριστού της καινής διαθήκης.Όλο το χωριό ντυμένοι με τα φτωχικά τους καλούδια. Δεν περιμέναμε ξενόφερτους.Και ήταν πράγματι εκεί όλο το χωριό.

Βιοπαλαιστές άτομα που στην καθημερινή τους βιοπάλη είχαν συνροφιά το ξυνάρι το τσαπί το γκασμά το αγιάζι ,τι βροχή τη ζέστη ,την αρμύρα της θάλασσας ,το κουπί, το δίχτυ ,την καθετή και την πραγγαρέλα.Πολλά γράμματα δεν γνώριζαν όμ ως είχανε ντοκτορά στην αξιοπρέπεια στον σεβασμό την αγάπη.Γνώριζαν πολύ καλά τι θα πει οικογένεια τι θα πει σεβασμός τι θα πει γείτονας τι θα πει χωριανός τι θα πει άνθρωπος.Γνώριζαν να μοιράζονται την σαρδέλα στην μέση.Γνώριζαν να τσουγκρίζουν στη υγειά τους τα ποτηράκια με το ούζο από την λάτα, γνώριζαν να κοκκινίζουν από ντροπή.
Και εκείνος ο ασβέστης ο φρέσκος ασβέστης που άσπριζαν και τι δεν άσπριζαν οι μανάδες μας πόσο όμορφα μύριζε στις λιθιές και τις αυλές των σπιτιών μας δίχως γρανίτες μάρμαρα πλακάκια και τσιμέντα. Και ήταν τόσο όμορφα.Και είμαστε όλοι μια γροθιά αγαπημένοι. Είμαστε όπως ακριβώς στο ποίημα των παιδικών μου χρόνων που έλεγε: Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζουμε νερά, και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα, έτσι την μοιραζόμαστε την λύπη η την χαρά ,για βρέχει σ όλο το χωριό για σόλο είναι λιακάδα.

Ξέχασα τους κήπους…… Ώρες ατέλειωτες παιδάκι τους χάζευα. Οι βραγιές με τα σκόρδα τα κρεμμύδια τις αγριαγγινάρες… Όλα τα καλούδια. Και ξεκίναγε να ανθίζει το χαμομήλι και η ρίγανη και μοσχομύριζε το νησάκι μας με την μάζα την μυρτιά και τον ασφελαχτό. Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και σήμερα……..Σήμερα αν ήμουν εκεί …… τούτες τις μέρες θα ήμουν σε κάτι το πολύ διαφορετικό. Γονείς ,συγγενείς,προ πολλού έχουν αποδημήσει εις κύριο.Οι πολλοί και καλοί φίλοι σκορπίσαμε…Όλοι μας ασπρομάλληδες με οικογένειες .Σκορπίσανε οι φίλοι μου οι Μάιδες και οι ήλιοι μου……..Οι χωριανοί μου εκείνοι οι πραγματικοί αξιόλογοι σεβαστοί άνθρωποι δεν υπάρχουν.

Βλέπεις σπίτια κλειστά και απλά αναπολείς παραστάσεις από εκείνα τα χρόνια.Διαβαίνοντας την βαρυά πόρτα από το κοιμητήριο του χωριού,και διαβάζοντας τους καθελογήτηκους σταυρούς τους βρίσκεις όλους εκεί.Ένα ολάκερο χωριό.Το δικό μας χωριό των αναμνήσεων. Λείπουν ακόμα εκείνα τα καίκια της υπομονής…. Ο μπίλας η Τριγόνα, ο Κωστής ,τα μέσα μεταφορά μας για την πρωτεύουσα του τότε Νομού.Θυμάμαι με κρύο,με βροχή με μποφόρ όλοι στοιβαγμένοι κάτω από τις τέντες τους και το αμπάρι της εποχής άνθρωποι και εμπορεύματα όλα μαζί με όνειρα αγάπη και σεβασμό και δεν τους ένοιαζε το χαλάζι και η φουρτούνα.

Και δεν κρύωνε κανείς. Αγαπημένες μορφές ο μπάρμπα Χρίστος ο Μπίλας,ο μπάρμπα Γιώργος ο Σκαπανέας.ο μπάρμπα Πάνος ο Παραβόλας, το σόι μου οι Γιαννουκακέοι και ίσως περισσότεροι που τούτες τις ώρες και με έντονο το συναίσθημα της νοσταλγίας ξεχνώ.Και όμως ήταν τόσο όμορφα.Σήμερα εμείς εκείνη η γενιά αγαπημένοι φίλοι νοιώθουμε άβολα στα δικά μας μέρη.Εκεί που γεννηθήκαμε που ανδρωθήκαμε εκεί που είναι τα σπίτια μας.

Δική μας παρηγοριά εκείνα τα χώματα και ο ήλιος ,ο ίδιος ήλιος που μας συντρόφευε στην νιότη μας.Που μας έλεγε καλημέρα πάντα με το χαμόγελο ,εκείνος ο ξάστερος ουρανός δίχως σύννεφα που μας άνδρωσε με ήθος με χαμόγελο με αγάπη και αξιοπρέπεια, και εκείνα τα αστέρια τα ολόλαμπρα αστέρια που μας έφεγγαν με το σούρουπο.Να πω σήμερα λαμπρή με πολύ νοσταλγία και αγάπη Χρόνια Πολλά στο νησάκι μου.Χρόνια πολλά στους φίλους συμπατριώτες μου .

Με την ευχή και την ελπίδα περισσότερο αγάπη και σεβασμό, και λιγότερες εικόνες ντροπής από video που βλέπει ολόκληρος ο πλανήτης και που απεικονίζουν δυστυχώς την ντόπια σημερινή σκληρή πραγματικότητα.

 

Leave a Comment