Την ώρα που καταρρέει το δημόσιο σύστημα υγείας, ρεκόρ σε γιατρούς και πρωτιές στις δαπάνες υγείας καταγράφει η Ελλάδα

Τι έλεγε ο ΟΟΣΑ το 2010

Από τα νοσοκομεία μας λείπουν ειδικότητες που είναι ιδιαίτερα χρήσιμες, όπως για παράδειγμα, οι ογκολόγοι, οι επειγοντολόγοι  και οι ειδικευμένοι στα προβλήματα της τρίτης ηλικίας. Αντίθετα, υπάρχει πλεόνασμα ειδικών που αναφέρονται σε νοσήματα που παρουσιάζουν μικρότερη επίπτωση, όπως οι πνευμονολόγοι (φυματίωση), οι γυναικολόγοι – μαιευτήρες, οι ουρολόγοι, οι καρδιολόγοι κλπ. Το πρόβλημα αυτό δεν επιδέχεται εύκολη επίλυση, εκτός ίσως, από την εξειδίκευση των πνευμονολόγων στον καρκίνο του πνεύμονα.

Για τις υπόλοιπες ανισορροπίες, θα πρέπει να αναζητήσουμε λύσεις σε βάθος  χρόνου με τη σωστή κατανομή των θέσεων εξειδίκευσης στο μέλλον.
Η γήρανση του νοσοκομειακού ιατρικού δυναμικού είναι ίσως ευκολότερο να επιλυθεί. Η προβλεπόμενη αποχώρηση των γιατρών που προσελήφθησαν ή εντάχθηκαν μαζικά στο ΕΣΥ στα μέσα της 10ετίας του 1980 κατά την 5ετία 2011-2015 θα δώσει στο σύστημα τη δυνατότητα ανανέωσης και ποιοτικής αναβάθμισης  και, εν μέρει, τη δυνατότητα διόρθωσης της ανισοκατανομής κατά ειδικότητα.

Η θέσπιση του Τομέα ως οργανωτικού στοιχείου στη θέση της Κλινικής, θα δώσει τη δυνατότητα προκήρυξης θέσεων εκεί που πραγματικά χρειάζονται. Για το λόγο αυτό, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τέτοιες δυνατότητες στις προτάσεις μας για ανακατανομή θέσεων μεταξύ νοσοκομείων με την προοπτική της 5ετίας και όχι άμεσα. Με τον τρόπο αυτό θα αμβλυνθούν και πιθανά προβλήματα σε ατομικό επίπεδο που πιθανόν να συνοδεύσουν τέτοιες μετακινήσεις γιατρών.

Από τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ Στην Εικόνα 1, φαίνεται ότι το 2011, το 10% περίπου των Ελλήνων γιατρών είναι ηλικίας μεταξύ 60 και 64. Στο σύνολο των 70.000 γιατρών, η αναλογία μας δίνει 7.000, σε καθεστώς συνταξιοδότησης μέχρι το 2015. Από την αναλογία των νοσοκομειακών γιατρών στο σύνολο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι στην 4ετία 2012-2015 αναμένουμε περίπου 2.700 συνταξιοδοτήσεις νοσοκομειακών γιατρών. Επειδή, όμως στη διετία 1985-1987 έγιναν μαζικές προσλήψεις γιατρών στα νοσοκομεία, η αποχώρηση γιατρών μέχρι το 2015 προβλέπεται σημαντικά μεγαλύτερη από το ελάχιστο των 2.700.

Αυτό επιτρέπει την ανανέωση του ιατρικού δυναμικού των νοσοκομείων σε κάποιο βαθμό, ακόμη και αν τηρηθεί ο γενικός κανόνας 5:1 μεταξύ αποχωρήσεων και νέων προσλήψεων που θα ισχύει για τα επόμενα αρκετά χρόνια.
Από τα στοιχεία της Βάσης Δεδομένων του ΟΟΣΑ, όμως, προκύπτει ότι η χώρα μας έχει  πλεονάζον ιατρικό δυναμικό, όχι μόνο συνολικά, αλλά και στον αριθμό των νοσοκομειακών γιατρών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΥΚΑ, το 2010 ο αριθμός των υπηρετούντων γιατρών  στα δημόσια νοσοκομεία ανέρχεται σε περίπου 26.000. Συγκρινόμενος με διαθέσιμα στοιχεία από χώρες του ΟΟΣΑ και σύμφωνα με διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού, το πλεονάζον ιατρικό δυναμικό κυμαίνεται από 4.500 έως 10.000 γιατρούς, με πιο αξιόπιστη την εκτίμηση των 6.500 γιατρών.

Ένα μεγάλο μέρος του πλεονάσματος οφείλεται και στον μεγάλο αριθμό νοσοκομείων («Η πρόσφατη Ευρωπαϊκή εμπειρία») και, μάλιστα, μικρών νοσοκομείων λόγω του νησιωτικού και ορεινού χαρακτήρα της χώρας. Αυτό, όμως σημαίνει ότι οι συνταξιοδοτήσεις μόνες τους δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν το πλεόνασμα γιατρών, ακόμη και αν κανείς νέος γιατρός δεν προσληφθεί στα επόμενα τέσσερα χρόνια. Αυτό είναι ένα σημαντικό πολιτικό πρόβλημα και, ταυτόχρονα, δυσκολεύει την προοπτική ανανέωσης του ιατρικού δυναμικού.

Αυτό που πρέπει να τονίσουμε εδώ είναι ότι η μείωση του αριθμού των γιατρών πρέπει οπωσδήποτε να συνοδευτεί από την πρόσληψη τουλάχιστον 2.000 νοσηλευτών ετησίως μέχρι το 2015. Η Ελλάδα σήμερα έχει το 2ο χαμηλότερο ποσοστό νοσηλευτών στο σύνολο των εργαζομένων. Χωρίς την αύξηση αυτή, είναι πολύ δύσκολο να δούμε την οποιαδήποτε βελτίωση στη λειτουργία των νοσοκομείων μας. Η αύξηση του νοσηλευτικού προσωπικού είναι απαραίτητη και για την υλοποίηση των προτάσεών μας σχετικά με την αλλαγή στο σύστημα των εφημεριών, κάτι που θα φέρει και μείωση στη μισθολογική δαπάνη των γιατρών. Η μείωση αυτή θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει την αύξηση στον αριθμό των νοσηλευτών.
πηγή : http://platon.cc.uoa.gr/~reconweb/joomla/index.php/2011-03-08-10-56-24/2011-03-08-12-38-46

Τι λέει ο ΟΟΣΑ   σήμερα

Συνεχίζεται «παρά την κρίση» η μαζική «παραγωγή» γιατρών στην Ελλάδα. Η χώρα μας παραμένει πρώτη μεταξύ των 35 χωρών-μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Το ρεκόρ είναι διπλό: εκτός από την πρωτιά στην αναλογία κατοίκων ανά γιατρό, η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη αύξηση (41%) σε νέους γιατρούς, οι οποίοι απέκτησαν άδεια άσκησης επαγγέλματος την περίοδο 2000-2012.

Ο ιατρικός «πληθωρισμός» οδηγεί και σε αυξημένη κατανάλωση υπηρεσιών Υγείας. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα μας κατέχει την πρώτη θέση στον ΟΟΣΑ και σε συνταγογράφηση αντιβιοτικών από ελεύθερους επαγγελματίες και γιατρούς Ταμείων. Βρίσκεται, επίσης, στη δεύτερη θέση σε αριθμό αξονικών τομογραφιών ανά κάτοικο και στην έβδομη σε μαγνητικές τομογραφίες.

Τα παραπάνω προκύπτουν από πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Οι υπεύθυνοι του Οργανισμού σχολιάζουν ότι στη χώρα μας αναλογούν 6,2 γιατροί ανά 1.000 κατοίκους, αναλογία που είναι διπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης των «28» (3,4 γιατροί).

Πολύ ψηλά στην κατάταξη είναι και η Πορτογαλία (4,9 γιατροί), αλλά ο αριθμός θεωρείται από τον ΟΟΣΑ ως υπερεκτιμημένος, καθώς έχουν περιληφθεί και γιατροί οι οποίοι δεν διαθέτουν άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Κοντά στον μέσο ευρωπαϊκό όρο βρίσκεται η Ισπανία (3,8 γιατροί ανά 1.000 κατοίκους), ενώ λίγο πιο πάνω είναι η Ιταλία (3,9).

Σύμφωνα με τους αναλυτές του Οργανισμού, ο αριθμός των γιατρών έχει αυξηθεί από το 2000 σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, με εξαίρεση τη Γαλλία, όπου έχει παραμείνει σταθερός. Ο ρυθμός αύξησης «εξηγούν» είναι «ραγδαίος» στην Ελλάδα, με τους περισσότερους νέους γιατρούς να έχουν εισέλθει στην αγορά πριν από την κρίση.

Στο σχετικό γράφημα εμφανίζεται μεγάλη αύξηση έως το έτος 2008 και από τότε φαίνεται να υπάρχει σταθεροποίηση, αλλά στα υψηλά επίπεδα της περασμένης δεκαετίας. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η εικόνα αυτή έχει διπλή ανάγνωση: Από τη μία, υπάρχει προκλητή ζήτηση υπηρεσιών και από την άλλη περιορίζεται ο κίνδυνος έλλειψης γιατρών.

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες «σημειώνουν» επικρατεί προβληματισμός σχετικά με μελλοντικές ελλείψεις ιατρικού δυναμικού. Το 33% των Ευρωπαίων γιατρών είναι σήμερα ηλικίας άνω των 55 ετών, ποσοστό το οποίο ήταν μόλις 17% το 2000. Η τάση που επικρατεί από τους περισσότερους, είναι να παρατείνουν τον εργασιακό τους βίο και μετά την ηλικία των 65 ετών.

Αν και η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα γήρανσης του ιατρικού πληθυσμού, καλείται να ξεπεράσει «παιδικές ασθένειες» στην κατανομή του. Παρά τον… πληθωρισμό γιατρών, στις περισσότερες περιοχές της χώρας καταγράφονται ελλείψεις βασικών ειδικοτήτων, όπως παιδιάτρων.

Οφείλονται στη μεγάλη συγκέντρωση ειδικευμένων επαγγελματιών στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η… πίτα των υπηρεσιών Υγείας είναι μεγαλύτερη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι αστικές περιοχές έχουν διπλάσια αναλογία γιατρών, σε σχέση με τις ημιαστικές και αγροτικές.

Στις μεγάλες πόλεις αναλογούν 8,3 γιατροί ανά 1.000 κατοίκους και στην περιφέρεια 4,5. Ανάλογη εικόνα υπάρχει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πορτογαλία (5,1 στις αστικές και 2,2 στις αγροτικές) και η Γαλλία (4,1 έναντι 2,5).

Καμία από αυτές, ωστόσο, δεν έχει τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, με τα πολλά και απομακρυσμένα νησιά, των οποίων ο πληθυσμός πολλαπλασιάζεται κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών.

Οι ειδικοί του ΟΟΣΑ διευκρινίζουν ότι οι ελλείψεις γιατρών σε ορισμένες περιοχές οδηγούν σε αύξηση στις μετακινήσεις των ασθενών και του χρόνου αναμονής για θεραπεία. Η προβληματική κατανομή των γιατρών «τονίζουν» είναι ένα κρίσιμο θέμα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και προκαλεί αδικίες στους κατοίκους απομακρυσμένων, αραιοκατοικημένων ή υποβαθμισμένων αστικών περιοχών.

Στοιχεία ΟΟΣΑ
Αρνητικές επιδόσεις σε συνταγές αντιβιώσεων και αξονικές

Πρωτιά στη συνταγογράφηση αντιβιοτικών, τη δεύτερη θέση σε αξονικές τομογραφίες και μία από τις πιο υψηλές θέσεις σε μαγνητικές τομογραφίες έχει η Ελλάδα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι αρνητικές αυτές επιδόσεις σχετίζονται άμεσα με τον μεγάλο αριθμό των γιατρών και με το φαινόμενο της «προκλητής ζήτησης υπηρεσιών», όπως αναφέρεται από τους ειδικούς.

Η Ελλάδα βγήκε πρόσφατα από το «πάρτι» της φαρμακευτικής δαπάνης, η οποία σημείωσε αύξηση-ρεκόρ ολόκληρη τη δεκαετία του 2000. Το 2008 αναλογούσαν σε κάθε Ελληνα 421 ευρώ τον χρόνο για φάρμακα, όταν το αντίστοιχο ποσό στην Ευρώπη των 15 ήταν μόλις 328 ευρώ. Η κατά κεφαλή δαπάνη περιορίστηκε το 2014 στα 183 ευρώ, αλλά υπάρχουν οι προϋποθέσεις να γυρίσουμε ξανά στο σπάταλο παρελθόν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η χώρα μας είναι πρώτη σε συνταγογράφηση αντιβιοτικών από γιατρούς της πρωτοβάθμιας φροντίδας μεταξύ 35 χωρών-μελών του Οργανισμού. Εκτός των άλλων, η κατάχρηση των εν λόγω φαρμάκων οδηγεί και σε ανάπτυξη πολυανθεκτικών μικροβίων.

Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι είμαστε πρώτοι αναλογικά σε αριθμό αξονικών τομογράφων και δεύτεροι σε μαγνητικούς. Σε κάθε εκατομμύριο πληθυσμού αναλογούν σχεδόν 35 αξονικοί και 23 μαγνητικοί τομογράφοι, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι 20 και 10 αντίστοιχα.

Τα περιοριστικά μέτρα των τελευταίων ετών έχουν εξορθολογήσει την κατάσταση σε έναν βαθμό. Παραμένουμε, όμως, δεύτεροι σε αξονικές τομογραφίες ανά κάτοικο και έβδομοι σε μαγνητικές.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Γιάννης Μπασκόζος, α” αντιπρόεδρος Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Η υπερπληθώρα γιατρών είναι συνάρτηση των υγειονομικών αναγκών, των γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων και του τρόπου οργάνωσης του υγειονομικού συστήματος. Αυτό που ζούμε σήμερα είναι η καταστροφική υποστελέχωση των δημόσιων δομών Υγείας, η ανεπάρκεια ιατρικού προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία, η αποψίλωση των δημόσιων δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας και η δραματική έλλειψη γιατρών στις άγονες και νησιωτικές περιοχές.

Οι μνημονιακές πολιτικές έχουν οδηγήσει σε μαζική μετανάστευση ιατρικού δυναμικού στο εξωτερικό, λόγω απουσίας προσλήψεων και κακών συνθηκών αμοιβών και εργασίας στη χώρα μας. Υπάρχει θέμα προσανατολισμού του υπάρχοντος και του μελλοντικού ιατρικού δυναμικού σε ειδικότητες και επιλογές συμβατές με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου δημόσιου συστήματος Υγείας με έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα.Η σχέση γιατρών ειδικοτήτων με γιατρούς οικογενειακής ιατρικής και ο αντίστοιχος προσανατολισμός στην προπτυχιακή και μεταπτυχιακή εκπαίδευση αποτελεί σοβαρό και άμεσο καθήκον της πολιτείας. Για τη διαφθορά, την προκλητή ζήτηση ακριβών εξετάσεων και τη μη ενδεδειγμένη συνταγογράφηση, βασικό εργαλείο αντιμετώπισης είναι τα διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα και η ολοκλήρωση του συστήματος ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, αλλά πάνω από όλα η αποεμπορευματοποίηση της υγείας και η διάθεση σύγκρουσης με τα μεγάλα συμφέροντα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΟΣ

[ΠΗΓΗ]

 

 

 

Leave a Comment