Τι εστί «εξορθολογισμός»;

Ένα από τα ισχυρότερα προπαγανδιστικά εργαλεία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας είναι το μονοπώλιο που διατείνεται ότι κατέχει πάνω στην ερμηνεία του τι είναι λογικό και τι παράλογο, του τι αντιπροσωπεύει την κοινή λογική και τι όχι, πάνω σε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Έτσι δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κυρίαρχη θέση στο λεξιλόγιο του νεοφιλελευθερισμού κατέχει η λέξη «εξορθολογισμός». Η δύναμή της συνίσταται στο ότι φυσικά κανένας δεν θα ήθελε να διασυρθεί ως θιασώτης του παράλογου.

Εδώ όμως είναι και η παγίδα που έχει έντεχνα στηθεί. Διότι αυτό που αποσιωπάται είναι ότι το αντίθετο του «εξορθολογισμού» δεν είναι ο παραλογισμός, αλλά η «κοινωνική πολιτική». Αυτή λοιπόν εκλαμβάνεται σαν ανορθολογική, – πράγμα βεβαίως «λογικό» στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας-, αυτή είναι που προκαλεί τις στρεβλώσεις, αυτή είναι που θα πρέπει να εξοβελιστεί ως προϋπόθεση για την επαναφορά στην ομαλότητα. Την νεοφιλελεύθερη φυσικά ομαλότητα των αγορών, των κερδών, και της ευμάρειας των ολίγων εις βάρος των πολλών. Τα γνωστά…

Δείτε για παράδειγμα, πώς η αντίθεση εξορθολογισμού/κοινωνικής πολιτικής ενσαρκώνεται με τον πλέον εύγλωττο τρόπο στην παρακάτω φράση σχετικά με τα τιμολόγια της ΔΕΗ, από το άρθρο του Γ. Παπαϊωάννου στο κυριακάτικο ΒΗΜΑ:

«…Στρεβλώσεις που θα πρέπει να ομαλοποιηθούν υπάρχουν και στα τιμολόγια της ΔΕΗ. Ασκώντας κοινωνική πολιτική, οι κυβερνήσεις διατηρούν χαμηλό το ρεύμα προς τους αγρότες. Για να υπάρξει εξορθολογισμός στα τιμολόγια, ώστε να μπορούν να δραστηριοποιηθούν ιδιωτικές εταιρείες, εκτιμάται ότι το αγροτικό ρεύμα θα πρέπει να αυξηθεί κατά 60%-70%…»

Φυσικά δεν είναι το μοναδικό. Απλώς έχουμε τόσο πολύ εμπεδώσει την προπαγάνδα που δεν προσέχουμε πια πού πραγματικά στοχεύει.

Ο νεοφιλελευθερισμός την τελευταία τριακονταετία κυριάρχησε όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο, αλλά όπως ήταν φυσιολογικό και στο ιδεολογικό, με τρόπο ώστε να καταστεί στη συνείδηση των ανθρώπων ως το μοναδικό ορθό και αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης της οικονομίας και των κοινών. Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια ιδεολογική κατασκευή, με μικρή μάλιστα διάρκεια ζωής, η οποία δεν κατοχυρώνεται από κανένα φυσικό νόμο, ούτε αποτελεί μοναδική εναλλακτική λύση, όπως διατεινόταν με θέρμη η Θάτσερ. Η επιτυχία της επικράτησής του, πέρα από την ιστορική συγκυρία της πτώσης του ανατολικού μπλοκ, οφείλεται στο ότι κατάφερε να εμφανίσει το περιεχόμενο της ιδεολογικής του αποσκευής σαν παγκόσμιο και πανανθρώπινο, επιστρατεύοντας προς τον σκοπό αυτό και τις νευροεπιστήμες, τη γενετική και την ψυχολογία.

Παρ’ όλα αυτά, σαν ιδεολογία απεδείχθη παντοδύναμη αλλά και επικίνδυνη γιατί ήταν σαγηνευτική. Χρησιμοποίησε υψηλές ιδέες περί Ελευθερίας, Ατομικότητας και Αυτάρκειας, Δυναμισμού, Νεότητας και Καταναλωτισμού που λειτουργούν εν γένει ενδυναμωτικά στην προσωπικότητα. Ήταν παντοδύναμη, γιατί οι ιδέες της παρουσιάζονταν σαν προφανείς και αναντίρρητες αλήθειες, σαν κοινοί και αυτονόητοι τόποι. Επιπλέον νομιμοποιήθηκε, περιβάλλοντας τις επιλογές της με το πέπλο του ορθολογικού και της κοινής λογικής, λοιδορώντας συνάμα με το στίγμα του ανορθολογικού κάθε διαφορετική άποψη.

Ο νεοφιλελευθερισμός περιβλήθηκε με τους μύθους της αποτελεσματικότητας στη χρήση των πόρων, της απρόσκοπτης δημιουργίας πλούτου, της τελειότητας των αγορών με την αυτορρύθμιση των στρεβλώσεων, ενώ στην πράξη δημιούργησε πλούτο μόνο για τα ανώτερα στρώματα, ευνόησε τη δημιουργία κολοσσών με φορολογικές ελαφρύνσεις, κατέστρεψε φυσικούς πόρους και την ηθική βάση των κοινωνιών στρέφοντάς τες στην θεοποίηση μιας μόνης αξίας, αυτή του χρήματος και με την πρόσφατη κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών έφερε την παγκόσμια οικονομία στο σημείο που ήταν και στις αρχές του αιώνα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι την ιδεολογία αυτή υποστήριζαν και ενστερνίζονταν ευρύτερες κοινωνικές ομάδες οι οποίες και σαφώς πλήττονταν από τις οικονομικές και πολιτικές της επιλογές, μπλεγμένες κυρίως σε ένα ελκυστικό και καινοφανές λεξιλόγιο που κολάκευε εξωτερικά το άτομο, άσχετο αν στην πορεία όχι μόνο το εξόντωνε, αλλά επέρριπτε κι από πάνω τις ευθύνες της εκμηδένισής του στο ίδιο και στις ανεπαρκείς του ικανότητες, για το ότι δεν στάθηκε τελικά άξιο της νεοφιλελεύθερης χάρης.

Η επικράτηση δεν έγινε αυτομάτως αλλά με διαρκείς επιθέσεις και συστηματική προπαγάνδα από εργοδότες, αξιωματούχους, υψηλόβαθμα στελέχη του δημοσίου τομέα, ανθρώπους των media, δημοσιογράφους, πολιτικούς, αλλά και ανθρώπους της τέχνης και της επιστήμης, σύμφωνα με την οποία η φτώχεια, η ανεργία και τα μειωμένα εργασιακά αντανακλαστικά, αποδίδονταν στην κρατική παρεμβατικότητα, στις δημόσιες παροχές, στα εργατικά συνδικάτα, στις ατομικές ανεπάρκειες, αλλά και σε πολιτισμικούς παράγοντες, βλ. Νότιο Αμερική.

Ο,τιδήποτε κρατικό εμφανίστηκε συνδεδεμένο με αρνητικές έννοιες όπως περιορισμός, κλειστό σύστημα, ακαμψία, ακινησία, απολίθωση, στάση, ομάδες συμφερόντων, ομοιομορφία, ολοκληρωτισμός, ενώ από την άλλη μεριά οι αγορές δαφνοστεφανώθηκαν με τις έννοιες της ελευθερίας, της ευελιξίας, του δυναμισμού, της καινοτομίας, του μέλλοντος, της ανάπτυξης, του ατομισμού, της ποικιλομορφίας, της αυθεντικότητας και τέλος της δημοκρατίας. Παρεμπιπτόντως, καμιά ως τα τώρα μελέτη δεν μπόρεσε να αποδείξει με οικονομικούς όρους την ανωτερότητα και τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα του ιδιωτικού σε σχέση με τον δημόσιο τομέα.

Καλλιεργήθηκαν ο φετιχισμός της επιχειρηματικότητας και η ειδωλοποίηση του επιχειρηματία σαν φορέα πλούτου και καινοτομίας, με την ταυτόχρονη απαξίωση, σαν παρασιτικών, επαγγελμάτων που δεν ήταν προσανατολισμένα στο κέρδος ή εργαζομένων που δεν θέλησαν να μετατρέψουν επαγγέλματα παραδοσιακά εκτός αγοράς, σε αγοραία.

Λέξεις όπως παγκοσμιοποίηση, διακυβέρνηση, εκσυγχρονισμός, απασχολησιμότητα, αποκλεισμός, νέα οικονομία, μηδενική ανοχή, αξιοκρατία, υπευθυνότητα, ελαστικότητα, πολυπολυτισμικότητα, κ.λ.π. άρχισαν να διαχέονται στο καθημερινό λεξιλόγιο, ενώ την ίδια στιγμή ενοχλητικές λέξεις όπως καπιταλισμός, τάξη, ανισότητα, εκμετάλλευση, και κυριαρχία άρχισαν να αποσύρονται διακριτικά με την ταυτόχρονη απόσυρση και των κατακτήσεων των κοινωνικών αγώνων που πλέον απαξιώνονταν σαν αναχρονισμοί και συντήρηση.

Στο πολιτικό επίπεδο, η φιλελεύθερη δημοκρατία ως συγκερασμός των αρχών του φιλελευθερισμού, όπως ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερία, και των αρχών της δημοκρατίας, όπως ισότητα και λαϊκή κυριαρχία άρχισε να μετατίθεται περισσότερο προς τον φιλελευθερισμό και λιγότερο προς τη δημοκρατία ή είδαμε να αναφύονται υβριδικές μορφές του λεγόμενου «τρίτου δρόμου» με άμβλυνση των διαχωριστικών γραμμών αριστεράς δεξιάς και κεντρικούς άξονες τη συναίνεση στις φιλελεύθερες πολιτικές κάτω από το πρόσχημα του διαλόγου και της διαβούλευσης.

Όταν ακούω τις πάσης φύσεως εξουσίες να μας σερβίρουν με τη μεγίστη προσήλωση και σοβαρότητα, το καθημερινό ραδιοτηλεοπτικό μας μενού, πασπαλισμένο με τις ίδιες σεσημασμένες λέξεις που αντλούν από τη νεοφιλελεύθερη δεξαμενή, και να μας το παρουσιάζουν σαν το μοναδικό επίτευγμα ενός πετυχημένου σεφ, αναρωτιέμαι αν έχουν αντιληφθεί το πόσο πολύ έχει σκουριάσει η δεξαμενή και το πόσο ξεδιάντροποι και γελοίοι τελικά φαίνονται.

ΠΗΓΗ

Leave a Comment