Κ.Ο. ΚΚΕ Λευκάδας: Πεντοφάναρο. Εκδήλωση τιμής και μνήμης

“Για να φτιάξουμε έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων

και των ανθρώπων”  (Απολογια Ν. Μπελογιάννη)

Συνεχίζουμε….

Το πεντοφάναρο

Μόνο που τις νύχτες, η μικρή πλατεία για καιρό πολύ μετά τον εμφύλιο γέμιζε από παράξενους ίσκιους που χοροπηδούσαν πάνω στα ραγισμένα πλακάκια.

Εκεί ζωντάνευε μια τραγική ιστορία που έπαιρνε διαστάσεις τρομαχτικές μέσα στις μνήμες των ανθρώπων.

Το πεντοφάναρο μετ’ τα αμυδρά του φώτα μεγάλωνε αφύσικα τους ίσκιους στις αρχές των σοκακιών.

Κάποτε-κάποτε κατέβαινε μια χαροκαμένη μάνα και στήλωνε τα μάτια προς το πεντοφάναρο.

Έβλεπε κει την όρθια σκάλα και το φονιά να κρεμάει τα κεφάλια -επτά κεφάλια- των παλικαριών που έπεσαν στη μάχη.

Το αίμα έσταζε ακόμα πάνω στα πλακάκια κι ο κόσμος γύρα έκανε ένα ωχ και προσπαθούσε να χωθεί στα σοκάκια.

Μα άλλοι αρματωμένοι τους έφραζαν το δρόμο.

Όχι, θα τα δούνε, θα τα αναγνωρίσουν, αυτή είναι η τιμωρία τους.

Είχανε κουβαλήσει κι ανθρώπους από τα γύρω χωριά, ξυπόλητους, με τα χώματα απ’ το όργωμα φρέσκο πάνω στα μπαλωμένα βρακιά τους και τους μάντρωσαν σε ένα σοκάκι. Εκεί, με στημένο πολυβόλο τους φοβέριζαν, κανένας τους να μην κουνηθεί, γιατί το πεντοφάναρο σηκώνει κι άλλα κεφάλια.

Έπειτα το πράμα έπρεπε να μαθευτεί σ’ όλο τον τόπο, δεν είναι παίξε – γέλασε αυτοί γιατί έχουν τώρα τα όπλα και τη δύναμη.

Οι άλλοι, οι ονειροπαρμένοι, τι ζητάνε;

Τι νομίζουν πως θα κερδίσουν;

Που ξεσήκωσαν τον κόσμο και του τάζουν λευτεριά και ισότητα;

Οι πιο σκληρές στιγμές του εμφύλιου.

Στη μέση της πλατείας ο αρχηγός. Με πέτρινο πρόσωπο έμοιαζε με χάρο, μαύρα γένια και μάτια που έσταζαν αίμα. Το γέλιο του χλιμίντρισμα που σου πάγωνε την ψυχή. Κάθε φορά που χειρονομούσε πήγαινε κοντά του και ένας αρματωμένος. Έπαιρνε εντολή. Ύστερα ζύγωνε το πλήθος.

 

Έδειχνε με το δάχτυλο έναν.

– Εσύ!

Τον τραβούσε με δύναμη, τον οδηγούσε κάτου απ’ το πεντοφάναρο.

– Γνωρίζεις κανέναν ωρέ;

Σήκωνε το βλέμμα τρομαγμένο προς τα πάνω, κοίταζε τα κεφάλια.

Η γλώσσα τραβηγμένη προς τα έξω παράξενα. Το πηχτό αίμα είχε κολλήσει στα μαλλιά και τα μάτια ολάνοιχτα, όλο απορία.

– Δε γνωρίζεις, ε; ξαναφώναξε δυνατά ο αρχηγός.

– Όταν τους δίνατε ψωμί τις νύχτες, τους γνωρίζατε πανάθεμά σας, φώναζε έπειτα προς το πλήθος.

Σήκωνε το όπλο και τον χτυπούσε με τον υποκόπανο.

– Στο διάολο, κερατάδες.

Τον άρπαζε ο άλλος, μπόγιας σωστός, και κλωτσώντας τον έσερνε προς το πλήθος.

Κι όμως εκεί ανάμεσα στο τρομαγμένο ανθρωπολόγι μερικοί καθώς στήλωναν τα μάτια τους αναγνώριζαν έναν – έναν, καθώς προσπαθούσαν με το μυαλό τους να καθαρίσουν τα κεφάλια απ’ τα αίματα τα πηχτά και απ’ την αγωνία του θανάτου.

- Ο Αντώνης του Γλε.

- Ο Κωνσταντής του Μπατσέλου.

- Ο Νίκος του Αγησίλαου.

- Ο Παρθένης απ’ το Δρακονέρι.

- Ο Χαρίλαος ο Πριαράς.

- Ο Τάσος ο κατσαρομάλλης.

- Ο Μίνωας ο Ορεινός.

Όλοι τους ήτανε δεν ήταν εικοσιπέντε χρονών παλικάρια.

Το πρωί έφευγαν οι ίσκιοι, έμπαιναν στα μουλωχτά μέσα στις μνήμες των ανθρώπων.

Το φως της μέρας άπλωνε πάνω στα πλακάκια.

Μόνο εκεί, κάτω απ’ το πεντοφάναρο φαίνονταν -για καιρό- τα ίχνη, σταγόνες από αίμα. Και πάλι για καιρό το φως της μέρας ήταν αδύνατο να τις σβήσει.

Τα χλιά δειλινά του καλοκαιριού κατέβαιναν απ’ τις κοντινές στέγες τα περιστέρια και έστηναν λες χορό ένα γύρω.

Αργότερα έφτιαξαν την πλατεία.

Ξήλωσαν τις παλιές πλάκες, έβαλαν άλλες, άσπρες. Γύρα – γύρα φύτεψαν δέντρα και τοποθέτησαν παγκάκια. Ψηλές κολώνες, με δυνατά φώτα, αντικατέστησαν το πεντοφάναρο.

(Aπόσπασμα από το πεζογράφημα του Κώστα Φωτεινού: Υπάρχει μια πόλη)

Leave a Comment